HOME

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ


 

Βλαντίμιρ Βισότσκι

1938 – 1980

                       Πάνω στου μαχαιριού την κόψη περπατούν οι ποιητές
                      Και μέχρι αίματος πληγώνουν τις ξυπόλυτες ψυχές.

Απ’ το τραγούδι του Β. Βισότσκι

       Εν ζωή δεν είχε εκδώσει ούτε μια συλλογή και γενικά το φως της δημοσιότητας είδε μόνο ένα ποίημα, κι εκείνο ήταν παραμορφωμένο από την λογοκρισία. Όμως το στιχουργικό του έργο στη διάρκεια δύο δεκαετιών ήταν - και παραμένει και σήμερα - ένα κομμάτι που αναδίδει ατμούς συνείδησης.

Βλαντίμιρ Νόβικοφ

 

 

Αυτά που δε μ’ αρέσουν
Οι μάσκες
Κρίμα
Άκου να δεις
Η εξομολόγηση

Κυνήγι λύκων
Ιδιότροπα άλογα
Τραγούδι για τους ποιητές
Μπαλάντα για μάχη

Και που 'μαστε ακόμη!
Στην πρώτη σειρά
Εκτέλεση του ορεινού ηχώ
Φουρτούνα
Είναι η μοίρα μου
Ημέρα δίχως πεθαμό
Ο δικός μου Άμλετ
Παραβολή για την Ψευτιά και την Αλήθεια
Ο νέος φίλος
Μπαλάντα για την αγάπη
Εκείνος που δεν γύρισε από την μάχη
Απόπειρα αυτοκτονίας
Μπαλάντα για το μίσος
Κάποτε την αγαπούσα και υπέφερα
Άλογο που τρέχει ραβάνι
SOS
Τα άστρα
Τετράστιχα
 

 


 

Я не люблю

Я не люблю фатального исхода,
От жизни некогда не устаю
Я не люблю любое время года,
Когда весёлых песен не пою.

Я не люблю холодного цинизма,
В восторженность не верю, и ещё -
Когда чужой мои читает письма
Заглядывая мне через плечо.

Я не люблю, когда - наполовину
Или когда прервали разговор.
Я не люблю когда стреляют в спину
Я также против выстрелов в упор.

Я ненавижу сплетни в виде версий,
Червей сомнения, почестей иглу,
Или - когда всё время против шерсти,
Или - когда железом по стеклу.

Я не люблю уверенности сытой, -
Уж лучше пусть откажут тормоза.
Досадно мне, что слово « честь» забыто.
И что в чести наветы за глаза.

Когда я вижу сломанные крылья -
Нет жалости во мне, и не спроста:
Я не люблю насилье и бессилье,-
Вот только жаль распятого Христа.

Я не люблю когда я трушу,
Досадно мне, когда невинных бьют.
Я не люблю, когда мне лезут в душу,
Тем более - когда в неё плюют.

Я не люблю манежи и арены:
На них мильон меняют по рублю.
Пусть впереди большие перемены
Я это никогда не полюблю!


    Αυτά που δε μ’ αρέσουν
(ποιητική μετάφραση, που αποδίδει σε μεγάλο βαθμό και τον ρυθμό και την ομοιοκαταληξία του πρωτότυπου)

Δεν αποδέχομαι το δόγμα του μοιραίου τέλους,
Απ’ τον τροχό της μοίρας μου μπορώ να ξεπηδήσω.
Δεν αγαπώ την κάθε εποχή του έτους
Εάν δεν έχω διάθεση να σιγοτραγουδήσω.

Αντιπαθώ του κυνισμού την ψυχραιμία
Κι όταν ενθουσιάζονται προσποιητά.
Μ’ ενοχλεί η περιέργεια του ξένου
Όταν πίσω απ’ την πλάτη μου κρυφοκοιτά.

Δε μου αρέσει, όταν κομματιάζουν το ακέραιο
Η την κουβέντα μου διακόπτουν ξαφνικά.
Μισώ όποτε ύπουλα στην πλάτη με χτυπούνε
Και τους βρωμόψυχους όταν φορούν τα παστρικά.

Σιχαίνομαι τους σπερμολόγους με μορφή ερμηνευτών
Και τ’ αγαθά της ψεύτικής φιλίας,
Φοβάμαι τα σκυλιά τα μουλωχτά
Κι όταν με τρώνε τα σκουλήκια της αμφιβολίας.

Δε συμπαθώ τη βεβαιότητα χορτάτη,
Μπορεί να γίνω έξω φρενών.
Δε μου αρέσει η τιμή όταν ξεχνιέται
Κι όταν δοξολογούν τον ζωντανό.

Όποτε βλέπω άνθρωπο με τα φτερά σπασμένα
Δεν έχω οίκτο και αγανακτώ.
Δε δέχομαι τη βία, ούτε την δειλία
Δέχομαι μόνο τον σταυρωμένο τον Χριστό.

Μισώ τον εαυτό μου όταν καμιά φορά φοβάμαι,
Οργίζομαι, όταν τους αθώους χτυπούν.
Δε μου αρέσει να εισδύουν στην ψυχή μου
Κι όταν οι άμυαλοι μου βάζούνε μυαλό.

Δεν αγαπώ τις αίθουσες και τις οθόνες
Όπου τη θεία έμπνευση αλλάζουν με δραχμές,
Αν και στη γη μας θα προκύψουν αλλαγές μεγάλες
Εγώ, όλα αυτά, δεν πρόκειται να τα δεχτώ.

1969 (1997)

 

Αυτά που δε μ’ αρέσουν
(πιστή μετάφραση, χωρίς τον ρυθμό και ομοιοκαταληξία του πρωτότυπου)

Δε μου αρέσει το μοιραίο τέλος
Κι απ’ τη ζωή δεν κουράζομαι ποτέ, 
Δε μου αρέσει η κάθε εποχή του έτους,
Όταν χαρούμενα τραγούδια δεν σιγοτραγουδώ.

Δεν αγαπώ τον κυνισμό ψυχρό,
Στον θαυμασμό δεν έχω πίστη, και ακόμα,
Όταν ο ξένος το γράμμα μου διαβάζει 
Πίσ’ απ’ την πλάτη μου κρυφοκοιτάζοντας.

Δε μου αρέσει, οπότε το ολόκληρο μοιράζουν, 
Ή όταν με διακόπτουν απότομα.
Δε μου αρέσει όταν στη πλάτη ρίχνουν,
Επίσης, είμαι κατά τον πυροβολισμών εξ επαφής.

Μισώ την συκοφάντηση με μορφή εκδοχής, 
Της αμφιβολίας το σκουλήκι, το δηλητήριο των επαίνων,
Ή όταν πάντα σε χαϊδεύουν ανάτριχα, 
Ή όταν το σίδερο πάνω απ’ το γυαλί.

Δε μου αρέσει η βεβαιότητα η χορτασμένη,
Καλύτερα το φρένο να χαλάσει, 
Δυσαρεστώ πως η έννοια τιμή ξεχάστηκε,
Ενώ μπήκε σε χρήση με καλή τιμή η διαβολή.

Οπότε βλέπω φτερά σπασμένα
Δεν έχω ευσπλαχνία και αγανακτώ.
Δε μου αρέσει η βία, ούτε η μη βία,
Οικτίρω μόνο τον σταυρωμένο τον Χριστό.

Μισώ τον εαυτό μου, όταν καμιά φορά δειλιάζω,
Δυσαρεστώ όταν χτυπούν τους αθώους.
Δε μου αρέσει, όταν τη μύτη τους χώνουν στην ψυχή μου, 
Και όταν οι βλάκες μου βάζουνε μυαλό.

Δε μου αρέσουν οι σκηνές και οι οθόνες,
Εκεί την έμπνευση αλλάζουν με ευρώ.
Αν και στο μέλλων θα προκύψουν αλλαγές μεγάλες
Ξέρω, δεν πρόκειται όλα αυτά να μου αρέσουν.

 

 

 

Αυτά που δε μ’ αρέσουν
(μελική μετάφραση, δηλαδή μετάφραση που τραγουδιέται όπως και το πρωτότυπο στα ρωσικά, και βεβαίως σε κάποιο βαθμό δεν συμφωνεί με πρωτότυπο στην απόδοση του κείμενου)

Δε μου αρέσει το μοιραίο τέλος,
Δεν πρόκειται ζωή να βαρεθώ.
Δεν αγαπώ τις άγονες ημέρες
Εάν δε μ’ έρχεται να τραγουδώ.

Αντιπαθώ αναίδεια κεφάτη
Και όταν χαίρονται προσποιητά,
Και όταν ξένος την επιστολή μου
Με περιέργεια κρυφοκοιτά.

Με ενοχλεί τη φράση μου να κόβει
Ένας ανίδεος και αμαθής.
Αντιπαθώ όταν στην πλάτη ρίχνουν,
Κ’ όταν πυροβολούν εξ επαφής.

Δυσαρεστώ από την ατολμία, 
Σιχαίνομαι από το ψεύτικο φιλί.
Όταν διαρκώς ανάτριχα χαϊδεύουν
Κ’ όταν το σίδερο με το γυαλί.

Με εκνευρίζει σιγουριά χορτάτη
Και τα καμώματα σιωπηρά.
Μισώ οπότε η τιμή ξεχνιέται 
Με τα διλήμματα οδυνηρά.

Δε μου αρέσουν τα φτερά σπασμένα, 
Δεν έχω οίκτο και αγανακτώ.
Δε δέχομαι τη βία, τη μη βία,
Ενώ πικραίνομαι για τον Χριστό.

Μισώ τον εαυτό μου όταν τρέμω, 
Οργίζομαι όταν μικρούς χτυπούν, 
Με ενοχλεί η θλίψη-επισκέπτης,
Επίσης όταν τον πόνο προκαλούν.

Δεν αγαπώ αρένες και οθόνες
Εκεί την έμπνευση κάνουν ρευστό.
Όλα αυτά και τώρα και στο μέλλον 
Δεν πρόκειται να τα δεχτώ.

1969 (2005)

 

 


 

Маски

Смеюсь навзрыд - как у кривых зеркал, -
Меня, должно быть, ловко разыграли:
Крючки носов и до ушей оскал -
Как на венецианском карнавале!

Вокруг меня смыкается кольцо -
Меня хватают, вовлекают в пляску, -
Так-так, моё нормальное лицо
Всё, вероятно, приняли за маску.

Петарды, конфетти... Но всё не так, -
И маски на глядят меня с укором, -
Они кричат, что я опять - не в такт,
Что наступаю на ноги партнёрам.

Что же делать мне - бежать да поскорей?
А может, вместе сними веселиться?..
Надеюсь я - под масками зверей
Бывают человеческие лица.

Все в масках, в париках - все как один,-
Кто - сказочен, а кто - литературен...
Сосед мой слева - грустный арлекин,
Другой палач, а каждый третий - дурень.

Один - себя старался обелить,
Другой - лицо скрывает от огласки,
А кто - уже не в силах отличить
Своё лицо от непременной маски.

Я в хоровод вступаю, хохоча,-
И всё-таки мне не спокойно с ними:
А вдруг кому-то маска палача
Понравится и он её не снимет?

Вдруг арлекин навеки загрустит,
Любуясь сам своим лицом печальным:
Что, если дурень свой дурацкий вид
Так и забудет на лице нормальном?!

Как доброго лица не прозевать,
Как честных отличить наверняка мне? -
Все научились маски надевать,
Чтоб не разбить своё лицо о камни.

Я в тайну масок всё-таки проник, -
Уверен я, что мой анализ точен:
Что маски равнодушья у иных -
Защита от плевков и от пощёчин.

 

  Οι μάσκες

Στα γέλια λύνομαι σαν βλέπω τους κοιλόκυρτους καθρέφτες
Που βρίσκομαι; Περνά η αλεπού , δίπλα της ο μεσσίας.
Μυτάρες, ράμφη κι ανοιχτά στόματα ως τ’ αυτιά
Σαν βρέθηκα στο καρναβάλι το ετήσιο της Βενετίας.

Ο κύκλος γρήγορα ολόγυρα μου κλείνει
Με παρασύρουν στο χορό με κέρατα οι διάβολοι,
Φαίνεται πως το πρόσωπό μου το αληθινό
Ίσως για προσωπίδα πήραν όλοι.

Κροτίδες , κομφετί... Όμως δε μου αρέσει κάτι,
Οι μάσκες με κοιτάνε με μομφή,
Φωνάζουν πως χωρίς ρυθμό χορεύω,
Και δεν έχω με τους άλλους που χορεύουν επαφή.

Να κάνω τι; Καπνός να γίνω;
Η μήπως να γλεντώ εδώ μαζί τους;
Ελπίζω κάτω απ’ τις μάσκες των θεριών,
Φάτσες ανθρώπινες να υπάρχουν επιτέλους.

Όλοι φοράνε μάσκες και περούκες
Η μία μάσκα του γνωστού παραμυθιού ο μάγκας,
Ο διπλανός μου — λυπημένος αρλεκίνος,
Ο άλλος δήμιος και ο κάθε τρίτος βλάκας.

Ο ένας προσπαθεί τον εαυτό του ν’ αθωώσει,
Άλλος τη φάτσα του να κρύψει κάτω απ’ τη μάσκα που χασκεί.
Και κάποιος πλέον δεν μπορεί να ξεχωρίσει
Τη φάτσα του απο τη μάσκα του φτιαχτή.

Μπαίνω στον κυκλικό χορό γελώντας
Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι ήσυχος και νιώθω ζάλη,
Φοβάμαι κάποιον, πουη μάσκα του δημίου θα του αρέσει
Και δε θα θέλει να τη βγάλει.

Μήπως ο αρλεκίνος θα θρηνεί για πάντα
Θαυμάζοντας τη μάσκα του τη μελαγχολική;
Μήπως ο βλάκας το βλακώδες ύφος θα κρατήσει
Τη φάτσα του ξεχνώντας την πραγματική;

Πώς να διακρίνω των άνθρωπο τον καλό;
Πώς με την σιγουριά τον έντιμο να ξεχωρίσω;
Έμαθαν όλοι μάσκες να φοράνε
Τα πρόσωπα και τις καρδιές να μην τσακίζουν.

Στο μυστικό των προσωπίδων τελικά διείσδυσα
Και το συμπέρασμά μου είναι ακριβές:
Οι μάσκες της αδιαφορίας για πολλούς
Ασπίδα είναι απο φάπες και φτυσιές.

1971 (1997)

 


 

Парус
Песня беспокойства

А у дельфина
Взрезано брюхо винтом!
Выстрела в спину
Не ожидает никто.
На батарее
Нету снарядов уже.
Надо быстрее
На вираже!

Парус! Порвали парус!
Каюсь! Каюсь! Каюсь!

Даже в дозоре
Можешь не встретить врага.
Это не горе –
Если болит нога.
Петли дверные
Многим скрипят, многим поют:
Кто вы такие?
Вас здесь не ждут!

Парус! Порвали парус!
Каюсь! Каюсь! Каюсь!

Многие лета –
Всем кто поет во сне!
Все части света
Могут лежать на дне.
Все континенты
Могут гореть в огне, –
Только всё это –
Не по мне!

Парус! Порвали парус!
Каюсь! Каюсь! Каюсь!
 

 

Κρίμα
Τραγούδι ανησυχίας

(μελική μετάφραση, δηλαδή μετάφραση που τραγουδιέται όπως και το πρωτότυπο στα ρωσικά, ενώ σε μεγαλύτερο βαθμό δεν συμφωνεί με πρωτότυπο στην απόδοση του κείμενου)

Να το δελφίνι
Κόβει προπέλα στα δυο!
Χώρα – καμίνι
Ενδυμασία – μαγιό.
Μέσα στη μήτρα
Τέρας γεννιέται μικρό!
Τώρα τα λύτρα!
Βλέμμα – σκληρό.

Φόβος! Δεν κάνω βήμα!
Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!

Ήρεμος τρόμος
Μέσα μου κυριαρχεί.
Κάθαρσης δρόμος
Φέρνει την αντοχή!
Άλμα στον Άδη
Κάνω εγώ, έλα μαζί.
Δεν είναι χάδι
Στόμα – βυζί.

Φόβος! Δεν κάνω βήμα!
Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!

Κάβα του πάθους:
Δάκρυα, ιδρώτα πουλά.
Μόνο ο άνους
Πάνω στη γη γελά.
Ήπειροι όλοι
Βούλιαξαν στο βυθό.
Το πιστόλι
Στον κρό-τα-φό!

Φόβος! Δεν κάνω βήμα!
Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!

1967 (2007)

 


 

Подумаешь – с женой не очень ладно,
Подумаешь – неважно с головой,
Подумаешь – ограбили в парадном,–
Скажи ещё спасибо, что – живой!

Ну что ж такого – мучает саркома,
Ну что ж такого – начался запой,
Ну что ж такого – выгнали из дома,–
Скажи ещё спасибо, что – живой!

Плевать – партнёр по покеру дал дуба,
Плевать, что снится ночью домовой,
Плевать – в «Софии» выбили два зуба,–
Скажи ещё спасибо, что – живой!

Да ладно – ну уснул вчера в опилках,
Да ладно – в челюсть врезали ногой,
Да ладно – потащили на носилках,–
Скажи ещё спасибо, что – живой!

Да правда – тот кто хочет, тот и может,
Да правда – сам виновен, бог со мной,
Да правда – но одно меня тревожит:
Кому сказать спасибо, что – живой!

1969
 

Άκου να δεις!
(ακολουθώντας ένα μοτίβο του Β. Βισότσκι)

Άκου να δεις — ναζβάλι “ρωσοπόντι”,
Άκου να δεις — αφεντικό σκουπόϊ,
Άκου να δεις — β αστινομήι ντάλι β ζούμπι,
Να πεις — σπασίμπο, τστο ζιβόϊ!

Σιγά τ’ αυγά — μου είπανε, μαλάκα,
Σιγά τ’ αυγά — β Τσετσνέ κραβάβηϊ μπόϊ,
Σιγά τ’ αυγά — σκοτώνουν στη Βοσνία,
Να πεις — σπασίμπο, σαμ γισό ζιβόϊ!

Τρίχες — ξανά δεν κέρδισα στο ΛΟΤΤΟ,
Τρίχες — τστο οτ τοσκί χότι βόϊ,
Τρίχες — στην τηλεόραση, σπλοσνίε σαχλαμάρες,
Να πεις — σπασίμπο, τστο γισό ζιβόϊ!

Σπουδαία τα λάχανα — μου έδωσανε μούντζα,
Σπουδαία τα λάχανα — ο πρωθυπουργός μπαλνόϊ,
Σπουδαία τα λάχανα — ογκράμπιλι σβοή ζε,
Να πεις — σπασίμπο, τστο ποκά ζιβόϊ!

Ναι, μάλιστα — στη λαϊκή ο τζίρος πέφτει,
Ναι, μάλιστα — σουρούπιτ νάντο γκολοβόϊ,
Ναι, μάλιστα, όμως αυτό μενιά τρεβόζιτ,
Σε ποιόν να πω — σπασίμπο, τστο ζιβόϊ!

1969 (Ιούνιος 1995)

*Μακαρονική στίχοι­ — στιχουργήματα, συνήθως χιουμοριστικά ή σατιρικά στα οποία ο ποιητής αναμιγνύει λέξεις ή φράσεις από ξένη γλώσσα.

 


 

Охота на волков

Рвусь из сил, и из всех сухожилий,
Но сегодня опять, как вчера,
Обложили меня, обложили,
Гонят весело на номера.
Из-за ели хлопочут двустволки,
Там охотники прячутся в тень.
На снегу кувыркаются волки,
Превратившись в живую мишень.

Припев
Идет охота на волков, идет охота.
На серых хищников - матерых и щенков.
Кричат загонщики, и лают псы до рвоты,
Кровь на снегу и пятна красные флажков.

Не на равных играют с волками
Егеря. Но не дрогнет рука!
Оградив нам свободу флажками,
Бьют уверенно, наверняка!
Волк не может нарушить традиций.
Видно, в детстве, слепые щенки,
Мы, волчата, сосали волчицу
И всосали: нельзя за флажки!

Припев:

Наши ноги и челюсти быстры.
Почему же, вожак, дай ответ,
Мы затравленно мчимся на выстрел
И не пробуем через запрет?
Волк не должен, не может иначе!
Вот кончается время мое:
Тот, которому я предназначен,
Улыбнулся и поднял ружье.

Припев:

Но а я из повиновения вышел,
За флажки: жажда жизни сильней,
Только сзади я с радостью слышал
Изумленные крики людей.
Рвусь из сил, из всех сухожилий,
Но сегодня не так, как вчера.
Обложили меня, обложили,
Но остались ни с чем егеря!

Припев:
Η εξομολόγηση 

Μια πολύ ελεύθερη μετάφραση του γνωστού τραγουδιού του Βλαντίμιρ Βισότσκι «Ohota na volkof» (Το κυνήγι λύκων). Μεταφράστηκε μόνο το πάθος και η δύναμη του τραγουδιού, ενώ στο νόημα έδωσα μια άλλη κατεύθυνση.

Λέω ως μεγάλοκαρχαρίας:
Λάθος γνώμη ότι οι πολιτικοί
Είναι εραστές της Εξουσίας,
Όχι! Μαζί μου είναι θυλικοί.
Δυνατό το δικό μας συνάφι
Δεν τολμάς να κοιτάς με στραβά,
Το μυαλό μου οξύ σαν ξυράφι,
Τα σαγόνια μου είναι γοργά.

Ρεφρέν
Την ευτυχία κυνηγώ, την ευτυχία,
Σαν λύκος με χαμόγελο κυνοδοντιών.
Κουφάρι ζωντανό η σαπιοκοινωνία
Όπου άρχω με δίκαιο των ισχυρών.

Για το χρήμα σκοτώνω μητέρα
Και το αίμα μου είναι ρευστό,
Αναπνέω και κάνω καριέρα
Κανονίζω τα πάντα μ’ αυτό.
Απ’ το σώμα της γης υφαρπάζω 
Κ’ αφανίζω μεγάλα φελιά,
Δε νοιάζομαι το αύριο να βιάσω
Μόνο για σήμερα την αγκαλιά. 

Ρεφρέν:

Είμαι λύκος γι’ αυτό το κοπάδι
Όποιο ονομάζεται λαός,
Κυνηγώ στου νόμου το σκοτάδι
Την αλήθεια μανιωδώς.
Κέφι μπόλικα πάντα θηρεύω,
Ερωμένες, ο τζόγος, ποτά,
Όμως νιώθω σιγά να πτωχεύω
Τα στολίδια αυτά είν’ φθαρτά.

Ρεφρέν:

Άβυσσος που δεν έχει πυθμένα 
Η ζωή με την γεύση ξινή,
Τρέχω σαν τρελός απελπισμένα
Όμως μένει αυτή αδειανή.
Μες στην ένδεια και καλοσύνη 
Ζουν σοφοί του ντουνιά λυτρωτές,
Όλ’ αφήνω για λίγη γαλήνη 
Που δεν είχα γνωρίσει ποτέ.

Ρεφρέν:

1968 (2009)

 


 

Охота на волков

Рвусь из сил и из всех сухожилий,
Но сегодня - опять, как вчера,-
Обложили меня, обложили,
Гонят весело на номера.

Из-за елей хлопочут двустволки -
Там охотники прячутся в тень.
На снегу кувыркаются волки,
Превратившись в живую мишень.

Припев:
Идет охота на волков, идет охота!
На серых хищников - матерых и щенков.
Кричат загонщики, и лают псы до рвоты.
Кровь на снегу и пятна красные флажков.

Не на равных играют с волками
Егеря, но не дрогнет рука!
Оградив нам свободу флажками,
Бьют уверенно, наверняка.

Волк не может нарушить традиций.
Видно, в детстве, слепые щенки,
Мы, волчата, сосали волчицу
И всосали - Нельзя за флажки!

Идет охота на волков, идет охота!
На серых хищников - матерых и щенков.
Кричат загонщики, и лают псы до рвоты.
Кровь на снегу и пятна красные флажков.

Наши ноги и челюсти быстры.
Почему же - вожак, дай ответ -
Мы затравленно мчимся на выстрел
И не пробуем через запрет?

Волк не должен, не может иначе!
Вот кончается время мое.
Тот, которому я предназначен,
Улыбнулся и поднял ружье.

Идет охота на волков, идет охота!
На серых хищников - матерых и щенков.
Кричат загонщики, и лают псы до рвоты.
Кровь на снегу и пятна красные флажков.

Я из повиновения вышел
За флажки - жажда жизни сильней!
Только сзади я радостно слышал
Удивленные крики людей.

Рвусь из сил, из всех сухожилий,
Но сегодня - не так, как вчера!
Обложили меня, обложили,
Но остались ни с чем егеря!

Идет охота на волков, идет охота!
На серых хищников - матерых и щенков.
Кричат загонщики, и лают псы до рвоты.
Кровь на снегу и пятна красные флажков.

 

Κυνήγι λύκων

Σχίζω τένοντες, κόβω σαν σφαίρα,
Οι κυνηγοί είναι ανηλεείς.
Με παγίδευσαν! Τρόμου ημέρα!
Γύρω μου σημαιούλες απεχθείς.

Οι θηρευτές ξανά σπέρνουν την φρίκη,
Συνεχίζουν το σπορ δολερό,
Κάνουν τούμπες στο χιόνι οι λύκοι,
Γίνοντας σημάδι ζωηρό.

Ρεφρέν:
Εδώ κυνήγι των θεριών, εδώ κυνήγι!
Του γκρίζου άρπαγα, τρανού και κουταβιού!
Σκυλιά και άνθρωποι, τους πιάνει πάθος, ρίγη,
Αίμα στο χιόνι, πίδακες μολυβιού.

Τις ζωές μας ατίμως ρημάζουν,
Και σκοτώνοντας χασκογελούν,
Μ’ ερυθρά σημαιάκια μας φράζουν,
Και στα σίγουρα μας εκτελούν.

Το πανί ερυθρό για μας τοίχος,
Είναι παράδοση-δομή.
Εκμυζώντας την μάνα ησύχως
Πιθανώς να βυζάξαμε: «μη!»

Ρεφρέν

Το ατού και το ρίσκο γουστάρω.
Μα γιατί αρχηγέ, μα γιατί;!
Σαν τρελοί ορμάμε προς τον σμπάρο,
Και δεν τολμάμε πάνω απ’ το «μη!»

Τίποτε δεν αλλάζει τον λύκο,
Κι ο χρόνος μου τρέχει γοργά,
Κυνηγός στον οποίον ανήκω
Το τουφέκι σηκώνει αργά.

Ρεφρέν

Κάτω η πειθαρχεία στο δόγμα!
Δια αιμάτινα πανιά πηδώ!
Πάλη πίσω αφήνω το φράγμα
Και σοκάρω τη φάρα εγώ.

Σχίζω τένοντες, κόβω σαν σφαίρα
Όμως σήμερα, δίχως σφαγή.
Με παγίδευσαν! Τρόμου ημέρα!
Μα την έπαθαν οι κυνηγοί.

Ρεφρέν

 

1968 (2015)

 


 

 

Кони привередливые 
 
Вдоль обрыва, по-над пропастью, по самому по краю
Я коней своих нагайкою стегаю, - погоняю, -
Что-то воздуху мне мало, ветер пью, туман глотаю,
Чую с гибельным восторгом - пропадаю, пропадаю!
 
Чуть помедленнее, кони, чуть помедленнее!
Вы тугую не слушайте плеть!
Но что-то кони мне попались привередливые,
И дожить не успел, мне допеть не успеть!
 
Я коней напою, я куплет допою, -
Хоть немного еще постою на краю!..
 
Сгину я, меня пушинкой ураган сметет с ладони,
И в санях меня галопом повлекут по снегу утром.
Вы на шаг неторопливый перейдите, мои кони!
Хоть немного, но продлите путь к последнему приюту!
 
Чуть помедленнее, кони, чуть помедленнее!
Не указчики вам кнут и плеть.
Но что-то кони мне попались привередливые,
И дожить я не смог, мне допеть не успеть.
 
Я коней напою, я куплет допою, -
Хоть немного еще постою на краю!..
 
Мы успели - в гости к богу не бывает опозданий.
Так что ж там ангелы поют такими злыми голосами?
Или это колокольчик весь зашелся от рыданий,
Или я кричу коням, чтоб не несли так быстро сани?
 
Чуть помедленнее кони, чуть помедленнее!
Умоляю вас вскачь не лететь!
Но что-то кони мне достались привередливые,
Коль дожить не успел, так хотя бы допеть!
 
Я коней напою, я куплет допою, -
Хоть немного еще постою на краю!..

 

 
Κατά μήκος του γκρεμού, ακριβώς πάνω στο χείλος
Με καμτσίκι τ’ άλογά μου μαστιγώνω, σαλαγάω...
Και αέρας δε μου φτάνει, κρύο άνεμο ρουφάω,
Νιώθω έξαρση ολέθρια, στην άβυσσο πατάω.
 
Λίγο πιο αγάλια άλογά μου, σας εκλιπαρώ,
Μη φοβάστε το καμτσίκι το σκληρό!
Μα, κάτι άλογα ιδιότροπα κρατώ εγώ,
Έτσι ούτε κουπλέ να τελειώσω μπορώ.
 
Απ’ το ρίσκο μεθώ, Τ’ άλογά μου χτυπώ,
Και για λίγο ακόμη στο χείλος ορμώ...
 
Χάνομαι σαν πούπουλο από της θύελλας το μένος,
Και το έλκηθρο με κάσα θα πετάει, επικήδειο.
Συγκρατείστε την ορμή σας άλογα μου ταραγμένα,
Παρατείνετε τον δρόμο για στερνό μου καταφύγιο!
 
Λίγο πιο αγάλια άλογά μου, σας εκλιπαρώ,
Μη φοβάστε το καμτσίκι το σκληρό!
Μα, κάτι άλογα ιδιότροπα κρατώ εγώ,
Έτσι ούτε κουπλέ να τελειώσω μπορώ.
 
Απ’ το ρίσκο μεθώ, Τ’ άλογά μου χτυπώ,
Και για λίγο ακόμη στο χείλος ορμώ...
 
Στο ραντεβού με τον Θεό που δεν συμβαίνει να αργήσεις,
Κ’ εδώ οι άγγελοι περί των στίχων μου τυρβάζουν;
Ή θα κλάψει η καμπάνα μες στου βάρδου παρεκκλήσι;
Ή θα σκούζω στ’ άλογά μου φτερωτά να μην καλπάζουν;
 
Λίγο πιο αγάλια άλογά μου, σας εκλιπαρώ,
Μη φοβάστε το καμτσίκι το σκληρό!
Μα, κάτι άλογα ιδιότροπα κρατώ εγώ,
Έτσι ούτε κουπλέ να τελειώσω μπορώ.
 
Απ’ το ρίσκο μεθώ, Τ’ άλογά μου χτυπώ,
Και για λίγο ακόμη στο χείλος ορμώ...

 1972 (2015)

 

 

 

 


 

 

Песенка о поэтах

Кто кончил жизнь трагически - тот истинный поэт,
А если в точный срок - так в полной мере.
На цифре 26 один шагнул под пистолет,
Другой же - в петлю слазил в "Англетере".

А в тридцать три Христу... (Он был поэт, он говорил:
"Да не убий!" Убьешь - везде найду, мол.)
Но - гвозди ему в руки, чтоб чего не сотворил,
Чтоб не писал и ни о чем не думал. 

С меня при цифре 37 в момент слетает хмель.
Вот и сейчас как холодом подуло:
Под эту цифру Пушкин подгадал себе дуэль
И Маяковский лег виском на дуло.

Задержимся на цифре 37. Коварен бог -
Ребром вопрос поставил: или - или.
На этом рубеже легли и Байрон, и Рембо,
А нынешние как-то проскочили.

Дуэль не состоялась или перенесена,
А в тридцать три распяли, но не сильно.
А в тридцать семь - не кровь, да что там кровь - и седина
Испачкала виски не так обильно.

Слабо стреляться? В пятки, мол, давно ушла душа?
Терпенье, психопаты и кликуши!
Поэты ходят пятками по лезвию ножа
И режут в кровь свои босые души.

На слово "длинношеее" в конце пришлось три "е".
Укоротить поэта! - вывод ясен.
И нож в него - но счастлив он висеть на острие,
Зарезанный за то, что был опасен.

Жалею вас, приверженцы фатальных дат и цифр!
Томитесь, как наложницы в гареме:
Срок жизни увеличился, и, может быть, концы
Поэтов отодвинулись на время!

Да, правда, шея длинная - приманка для петли,
А грудь - мишень для стрел, но не спешите -
Ушедшие не датами бессмертье обрели,
Так что живых не сильно торопите

1971
Τραγούδι για τους ποιητές

Σε αντίθεση με τον κοσμάκη τον αργόστροφο,
Οι ποιητές αληθινοί γνωρίζουν γρήγορα του Χάρου τη φιλιά, 
Στα 26 του ο ένας στάθηκε απέναντι στο περίστροφο, 
Ο άλλος στο λαιμό του έβαλε τη θηλιά.

Στα 33 διακόπηκαν του Χριστού τα οράματα,
Ήταν ο Μέγας Ποιητής του Κόσμου, αλλά,
Καρφιά στα χέρια του για να μην κάνει θαύματα,
Για να μην στρέψει του λαού τα μυαλά.

Ο αριθμός 37 έχει μια τραγική αντιστοιχία,
Των ποιητών η μοίρα, τους έστησε μια πλεκτάνη.
Αυτός ο αριθμός εκτέλεσε των Πούσκιν στην μονομαχία,
Στον Μαγιακόφσκι έφερε στον κρόταφο την κάννη.

Καθυστερώ στον αριθμό 37. Το έργο του Θεού θαμπό,
Φαίνεται θεωρεί πως το σινάφι θέλει φοβέρα:
Αυτό το όριο δεν πέρασαν ο Βύρων κι ο Ρεμπώ
Ενώ οι σύγχρονοι κατάφεραν να γλιστρήσουν πέρα.

Δεν έγινε η μονομαχία μου. Ήταν η τύχη μου χαλάστρα, 
Και στα τριάντα τρία μου με σταύρωσαν, μα όχι εντελώς.
Και στα τριάντα εφτά, όχι το αίμα, τ’ άσπρα
Μουντζούρωσαν τους κροτάφους μου, κι όχι ολικώς.

Ν’ αυτοκτονήσω; Που χάθηκε η δήθεν βούληση η ανδρική;
Υπομονή ψυχοπαθείς και υστερικοί!
Πάνω στου μαχαιριού την κόψη περπατούν οι ποιητές
Και μέχρι αίματος πληγώνουν τις ξυπόλυτες ψυχές.

Κι εγώ θα φύγω σύντομα, αυτοκτονώ καθημερινά
Αφού χωρίς την άσπρη δεν μπορώ να αναπνέω.
Είναι φαρμακωμένη η ανήσυχη ψυχή μου παντοτινά, 
Και δεν μπορεί ν’ αποδεχτεί τις ατέλειες στο ζην κραυγαλέο.

Σας λυπάμαι, οπαδοί μοιραίων αριθμών!
Καταπονείστε περιμένοντας σαν παλλακίδες στο χαρέμι:
Πότε και πως ο ποιητής αλλόδοξος θα γίνει ο παθών, 
Πότε και πως θα χάσει της ζωής το γκέμι.

Ναι μάλιστα, η καρδιά του ποιητή βγάζει καινά δαιμόνια,
Ενώ το στήθος του είναι σημάδι για τα βέλη
Αυτοί που έφυγαν την αθανασία απέκτησαν, όχι με χρόνια,
Αυτοί που έμειναν κυνηγιούνται από την αιμοβόρη αγέλη.

1971 (2014)

 

 


 

Баллада о борьбе

Сpедь оплывших свечей
И вечеpних молитв,
Сpедь военных тpофеев
И миpных костpов
Жили книжные дети,
Не знавшие битв,
Изнывая от мелких
Своих катастpоф.

Детям вечно досаден
Их возpаст и быт, -
И дpались мы до ссадин,
До смеpтных обид.
Hо одежды латали
Hам матеpи в сpок,
Мы же книги глотали,
Пьянея от стpок.

Липли волосы нам
На вспотевшие лбы,
И сосало под ложечкой
Сладко от фpаз,
И кpужил наши головы
Запах боpьбы,
Со стpаниц пожелтевших
Слетая на нас.

И пытались постичь
Мы, не знавшие войн,
За воинственный клич
Пpинимавшие вой,
Тайну слова "пpиказ",
Hазначенье гpаниц,
Смысл атаки и лязг
Боевых колесниц.

А в кипящих котлах
Пpежних боен и смут
Столько пищи для маленьких
Наших мозгов!
Мы на pоли пpедателей,
Тpусов, иуд
В детских игpах своих
Назначали вpагов.

И злодея следам
Hе давали остыть,
И пpекpаснейших дам
Обещали любить,
И, дpузей успокоив
И ближних любя,
Мы на pоли геpоев
Вводили себя.

Только в гpёзы нельзя
Насовсем убежать:
Кpаткий век у забав -
Столько боли вокpуг!
Постаpайся ладони
У мёpтвых pазжать
И оpужье пpинять
Из натpуженных pук.

Испытай, завладев
Ещё тёплым мечом
И доспехи надев,
Что почём, что почём!
Разбеpись, кто ты - тpус
Иль избpанник судьбы,
И попpобуй на вкус
Hастоящей боpьбы.

И когда pядом pухнет
Изpаненный дpуг,
И над пеpвой потеpей
Ты взвоешь, скоpбя,
И когда ты без кожи
Останешься вдpуг
Оттого, что убили его -
Не тебя, -

Ты поймёшь, что узнал,
Отличил, отыскал
По оскалу забpал:
Это - смеpти оскал!
Ложь и зло - погляди,
Как их лица гpубы!
И всегда позади -
Воpоньё и гpобы.

Если, путь пpоpубая
Отцовским мечом,
Ты солёные слёзы
На ус намотал,
Если в жаpком бою
Испытал, что почём, -
Значит, нужные книги
Ты в детстве читал!

Если мяса с ножа
Ты не ел ни куска,
Если pуки сложа
Наблюдал свысока,
И в боpьбу не вступил
С подлецом, с палачом, -
Значит, в жизни ты был
Ни пpи чём, ни пpи чём!

 Μπαλάντα για μάχη

Δίπλα σε λιωμένα κεριά,
Με καμπουριασμένες ράχες, 
Με σώματα 
Γεμάτα εκδορές, 
Παιδιά του βιβλίου
Ποθούσαν για μάχες,
Και έπλητταν απ’ τις μικρές
Τους συμφορές.

Συνεχώς τα παιδιά δυσφορεί
Του σπιτιού η ζωή και η ηλικία,
Για το δίκαιο δερνόμασταν ως τιμωροί, 
Και η αρένα μας η συνοικία.
Στον κόσμο μας βυθούσαμε
Στήνοντας ομάδες,
Βιβλία καταβροχθούσαμαι
Μεθώντας από της αράδες.

Όνειρα τρελά 
Ζωής μεγάλης,
Η δίψα για απρόοπτο
Υπεράνω μας.
Τα κεφάλια μας ζάλιζε
Το άρωμα πάλης,
Από τις κίτρινες σελίδες
Ορμούσε πάνω μας.

Και προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε
Εμείς που δεν γνωρίσαμε πολέμους,
Γιατί το έλεος να αγνοήσουμε;
Και ποιος τους σπέρνει τους ανέμους;
Το μυστικό της λέξης «διαταγή»,
Της επιθέσεις το νόημα,
Του φόβου την πηγή,
Και των φωτοβολίδων το επινόημα.

Μες στα καζάνια που έβραζαν,
Των προηγούμενων μαχών,
Τόση τροφή 
Για τα μυαλά μας αντικρίζαμε.
Και στα παιχνίδια παιδικά
Στους ρόλους των δειλών και προδοτών,
Τους δικούς μας εχθρούς 
Διορίζαμε.

Και τα ίχνη των κακών
Να χαθούν δεν αφήναμε,
Των υποθέσεων καρδιακών
Την παραφορά εγκρίναμε.
Ηγούσαμε στρατιές και στόλους
Και τον λόγο μας φυλάγαμε,
Για τους ηρώων ρόλους
Τους εαυτούς μας προάγαμε.

Αλλά στις φαντασίες δε μπορείς
Εντελώς να φύγεις,
Μικρή ζωή έχουν οι διασκεδάσεις,
Τόση οδύνη γύρω!
Προσπάθησε τις παλάμες
Των νεκρών ν’ ανοίγεις,
Και το όπλο να πάρεις.
Σε διεγείρω!

Δοκίμασε αρπάζοντας 
Το δίκοπο σπαθί,
Την πανοπλία βάζοντας,
Και δείξε, τι αξίζεις, τι ποθείς!
Θα καταλάβεις αν είσαι δειλός
Ή της μοίρας ο εκλεκτός,
Τον εαυτό σου δοκίμασε,
Για μάχη αληθινή προετοίμασε.

Κι όταν δίπλα σου πέφτει
Λαβωμένος ο φίλος,
Και για πρώτο χαμό
Θα ουρλιάζεις θρηνώντας.
Και τον δρόμο θα χάσεις
Και στου κρημνού το χείλος,
Θα βρεθείς
Τριγυρνώντας.

Τον εαυτό σου μην αφήνεις λάσκα
Μπροστά στην σπείρα συμφερόντων,
Τα πρόσωπα τους μάσκα
Με χαμόγελο κυνοδόντων.
Το κακό και το ψέμα τους
Με μούρη άγρια!
Και πάντα πίσω τους 
Φέρετρα μακάβρια.

Αν τον δρόμο ανοίγοντας
Με σπαθί και μιλιά,
Τη σπουδαία πορεία
Συνεχίζεις… Εμπρός!
Αν κερδίζεις τη μάχη 
Με μια πινελιά,
Χρήσιμα βιβλία 
Διάβαζες μικρός.

Εάν σε έπιανε η μιζέρια
Και δεν έβλεπες ίχνη καλού,
Εάν με σταυρωμένα χέρια
Παρακολουθούσες αφ’ υψηλού.
Εάν στη μάχη δεν μπήκες,
Απ’ το κλουβί του σκλάβου δεν βγήκες,
Και το όπλο σου σκούριασε στις οπλοθήκες,
Τότε έμεινες ένα ανθρωπάκι
Που δεν γνώρισε νίκες!

1975 (2015)

 


 

Ещё не вечер

Четыре года рыскал в море наш корсар,
В боях и штормах не поблекло наше знамя.
Мы научились штопать паруса,
И затыкать пробоины телами.

За нами гонится эскадра по пятам.
На море штиль и не избегнуть встречи.
Но нам сказал спокойно капитан:
- Еще не вечер, еще не вечер!

Вот развернулся боком флагманский фрегат,
И левый борт окрасился дымами.
Ответный залп - на глаз и наугад.
Вдали пожар и смерть. Удача с нами!

Из худших выбирались передряг,
Но с ветром худо, и в трюме течи,
А капитан нам шлет привычный знак:
- Еще не вечер, еще не вечер!

На нас глядят в бинокли, в трубы сотни глаз
И видят нас от дыма злых и серых,
Но никогда им не увидеть нас
Прикованными к веслам на галерах!

Неравный бой. Корабль кренится наш.
Спасите наши души человечьи!
Но крикнул капитан: - На абордаж!
Еще не вечер! Еще не вечер!

Кто хочет жить, кто весел, кто не тля -
Готовьте ваши руки к рукопашной!
А крысы пусть уходят с корабля -
Они мешают схватке бесшабашной!

И крысы думали: "А чем не шутит черт?!"
И тупо прыгали, спасаясь от картечи.
А мы с фрегатом становились к борту борт.
Еще не вечер, еще не вечер!

Лицо в лицо, ножи в ножи, глаза в глаза!
Чтоб не достаться спрутам или крабам,
Кто с кольтом, кто с кинжалом, кто в слезах, -
Мы покидали тонущий корабль.

Но нет! Им не послать его на дно -
Поможет океан, взвалив на плечи.
Ведь океан-то с нами заодно,
И прав был капитан - еще не вечер

Και που ‘μαστε ακόμη!

Το πειρατικό μας όργωνε τον ωκεανό για πέμπτη χρονιά,
Στις μάχες και φουρτούνες γνωρίσαμε χαρές και λύπες.
Μάθαμε να μαντάρουμε τα ανεμοδαρμένα μας πανιά,
Και με κορμιά μας να βουλώσουμε τις τρύπες.

Μας ζύγωσε η μοίρα κι ο στόλος αρειμάνιος
Και δεν μπορούμε ν’ αποφεύγουμε την αγχόνη,
Αλλά μας είπε ήρεμα ο καπετάνιος:
– Και που ‘μαστε ακόμη!

Να που γυρνάει πλάγια η μεγάλη ναυαρχίδα
Και η αριστερά πλευρά της βάφτηκε με καπνούς
Η απαντητική ομοβροντία και να! που ζωντανεύει η ελπίδα.
Ζήτω! Έχει πυρκαγιά, για τους εχθρούς μας κρύο ντους.

Απ’ τους χειρότερους μπελάδες είχαμε το μάθημα
Αλλά το κύτος τρέχει και κλειστοί οι δρόμοι
Κι ο καπετάνιος στέλνει το σύνηθες σύνθημα:
– Και που ‘μαστε ακόμη!

Μας τρώνε χίλια μάτια, με τηλεσκόπια μας επιβλέπουν
Κι χαίρονται, μ’ αλαλαγμούς κι αγκάλες,
Όμως δεν πρόκειται εμάς να βλέπουν
Να κουνιόμαστε από τον άνεμο στις κρεμάλες.

Κλίνει στην μπάντα η φρεγάτα μας αμαρτωλή
Μας σώζει μόνο η τύχη, μαζί με ρώμη,
Και ξεφωνίζει ο καπετάνιος: – Εμπρός! Εμβολή!
– Και που ‘μαστε ακόμη!

Εκείνοι που θέλουν να ζουν, που έχουν το σθένος ανδρείο
Ετοιμαστείτε για μάχη σώμα με σώμα!
Και οι δειλοί να φύγουν απ’ το πλοίο
Θα ειν’ εμπόδια μες στο θανατηφόρο λιώμα!

Και πηδούσανε οι αρουραίοι και δειλοί υπό την αιγίδα
Του ωκεανού, διαλέγοντας το άλλο σταυροδρόμι
Ενώ εμείς πλευρίσαμε τη ναυαρχίδα
– Και που ‘μαστε ακόμη!

Πρόσωπο με πρόσωπο, μάτια με μάτια,
Στιγμές που ο καθένας πάει να αγιάζει,
Με στιλέτο στο στόμα, στου θανάτου τα σκαλοπάτια
Εγκαταλείπουμε πλοίο που βουλιάζει.

Μα όχι! Δε θα το στείλουν στο βυθό,
Του ωκεανού απέραντου βαστούν οι ώμοι,
Αφού είναι δικός μας βοηθός,
Θα επιστρέφουμε με: Που ‘μαστε ακόμη!

1968 (2015)

 


 

Песня про первые ряды

Была пора - я рвался в первый ряд,
И это всё от недопониманья, -
Но с некоторых пор сажусь назад :
Там, впереди - как в спину автомат -
Тяжелый взгляд, недоброе дыханье.

Припев:
Может сзади и не так красиво,
Но - намного шире кругозор,
Больше и разбег, и перспектива,
И еще - надежность и обзор.

Стволы глазищ - числом до десяти -
Как дула на мишень, но на живую, -
Затылок мой от взглядов не спасти,
И сзади так удобно нанести
Обиду или рану ножевую.

Припев.

Мне вреден первый ряд, и говорят -
От мыслей этих я в ненастье ною.
Уж лучше - где темней - последний ряд :
Отсюда больше нет пути назад,
А за спиной стоит стена стеною.

Припев.

И пусть хоть реки утекут воды,
Пусть будут в пух засалены перины -
До лысин, до седин, до бороды
Не выходите в первые ряды
И не стремитесь в примы-балерины.

Припев.

Надежно сзади, но бывают дни -
Я говорю себе, что выйду червой :
Не стоит вечно пребывать в тени -
С последним рядом долго не тяни,
А постепенно пробивайся в первый.

Припев.

1971

Στην πρώτη σειρά

Επιθυμούσα κάποτε να είμαι στην πρώτη σειρά,
Αυτό από την ακατανοησία νεανική,
Αλλά εδώ και καιρό κάθομαι πίσω σιωπηρά,
Αφού μπροστά σαν κάννη στα πλευρά:
Βλέμμα ψυχρό, ανάσα εχθρική.

Ίσως στα πίσω δεν είναι και τόσο ωραία,
Αλλά οι ανασκόπηση είναι πιο ευρύ,
Μεγαλύτερη η φόρα και η θέα,
Και η ασφάλεια πιο υψηλή.

Οι κάννες των ματιών έχουν την απειλή κρυφή,
Σαν στόμια προς το σημάδι ζωηρό.
Ο σβέρκος μου από τα βλέμματα δεν μπορεί να σωθεί,
Κι από πίσω τόσο εύκολα μπορεί να καταφερθεί
Η προσβολή ή το μαχαίρωμα το στυγερό.

Φοβάμαι την πρώτη σειρά με τα ανεπανόρθωτα κενά,
Αυτό το μέρος έχει βαρύ κακοψύχι.
Καλύτερα στην τελευταία σειρά, όπου είναι σκοτεινά,
Απ’ εδώ δεν έχεις να πας πουθενά
Και από πίσω ο τοίχος σε προστατεύει σαν τα τείχη.

Ας μεταμορφωθεί σε ντροπή η τιμή,
Καλύτερα «λάθε βιώσας» στον κρυψώνα.
Ας χάνεις τον ύπνο και την ορμή,
Όμως μην μπαίνεις στην πρώτη γραμμή
Και μην προσπαθείς να γίνεις πριμαντόνα.

Ναι, έχεις την ασφάλεια του «πίσω», αλλά έρχεται η στιγμή,
Όποτε λέω μέσα μου, φύγε μπροστά! Διότι
Είναι δειλή η ψυχή, όταν σε σέρνει στην παρακμή.
Σε ικετεύω, άφησε την τελευταία γραμμή
Και άνοιξε δρόμο για την πρώτη!

1971 (2015)

 


 

РАССТРЕЛ ГОРНОГО ЭХА

В тиши перевала, где скалы ветрам не помеха,
На кручах таких, на какие никто не проник,
Жило-поживало весёлое горное эхо,
Оно отзывалось на крик - человеческий крик.

Когда одиночество комом подкатит под горло
И сдавленный стон еле слышно в обрыв упадет -
Крик этот о помощи эхо подхватит проворно,
Усилит - и бережно в руки своих донесёт.

Должно быть, не люди, напившись дурмана и зелья,
Чтоб не был услышан никем громкий топот и храп,
Пришли умертвить, обеззвучить живое ущелье -
И эхо связали, и в рот ему всунули кляп.

Всю ночь продолжалась кровавая злая потеха,
И эхо топтали, но звука никто не слыхал.
К утру расстреляли притихшее горное эхо -
И брызнули слезы, как камни, из раненых скал...


1973
Εκτέλεση του ορεινού ηχώ

Ανάμεσα στις κορυφές βουνών, που το αγέρι κάνει βόλτες μοναχό,
Μες στους γκρεμούς που δεν φτάνει η ολόλαμπρη αυγή,
Ζούσε καλοπερνώντας μια κεφάτη ορεινή ηχώ,
Που συνέπασχε σε κάθε ανθρώπινη κραυγή.

Όταν η μοναξιά πικρή πιάνει απ’ το λαιμό και υποτάσσει,
Και το πνιγμένο βογγητό θα πέσει στο βυθό,
Την κραυγή για βοήθεια η ηχώ στα πεταχτά θα πιάσει,
Θα την δυναμώσει, θα βάζει σε μέρος κρυφό.

Ίσως δεν ήταν άνθρωποι αυτοί, που ήρθαν με δυναμίτη,
Να κλείσουν το φαράγγι μεγαλοπρεπές με μαύρο χώμα,
Να θανατώσουν ήρθανε, να αηχόσουν της ηχώ το σπίτι,
Την άρπαξαν και έχωσαν το βούλωμα στο στόμα.

Τσαλαπατούσαν την ηχώ, αλλά ήχο δεν άκουσε κανείς,
Όλη τη νύχτα ετοίμαζαν τα εκκωφαντικά τους εντάφια,
Και το πρωί εκτέλεσαν την ηχώ ημιθανής
Και δάκρυα πετάχτηκαν σαν πέτρες απ’ τα βράχια.

1973 (2015)

 


 

Шторм

Штормит весь вечер, и пока
Заплаты пенные лaтают
Разорванные швы песка -
Я наблюдаю свысока,
Как волны головы ломают.

И я сочувствую слегка
Погибшим - но издалека.

Я слышу хрип, и смертный стон,
И ярость, что не уцелели,-
Еще бы - взять такой разгон,
Набраться сил, пробить заслон -
И голову сломать у цели!..

И я сочувствую слегка
Погибшим - но издалека.

А ветер снова в гребни бьет
И гривы пенные ерошит.
Волна барьера не возьмет,-
Ей кто-то ноги подсечет -
И рухнет взмыленная лошадь.

И посочувствуют слегка
Погибшей ей,- издалека.

Придет и мой черед вослед:
Мне дуют в спину, гонят к краю.
В душе - предчувствие как бред,-
Что надломлю себе хребет -
И тоже голову сломаю.

Мне посочувствуют слегка -
Погибшему,- издалека.

Так многие сидят в веках
На берегах - и наблюдают,
Внимательно и зорко, как
Другие рядом на камнях
Хребты и головы ломают.

Они сочувствуют слегка
Погибшим - но издалека

Но в сумерках морского дна
В глубинах тайных кашалотьих
Родится и взойдёт одна
Неимоверная волна,
На берег ринется она
И наблюдающих поглотит.

Я посочувствую слегка
Погибшим им – издалека.

 
Φουρτούνα

Τη θάλασσα φουρτουνιασμένη κοιτώ σιωπηλά
Και αγναντεύω πως καλπάζουν
Τα φουσκωμένα κύματα θολά,
Παρατηρώ από ψηλά,
Πως τα κεφάλια τους σπάζουν.

Και συμπονώ ελαφριά
Αυτά που χάθηκαν, αλλά από μακριά.

Ακούω το επιθανάτιο τους στεναγμό
Και την οργή τους τη μεγάλη.
Βεβαίως! Με τέτοια φορά κι αλαλαγμό,
Ν’ ανοίγεις τρύπα στον φραγμό,
Και κοντά στον στόχο να σπάσεις το κεφάλι!

Και συμπονώ ελαφριά
Αυτά που χάθηκαν, αλλά από μακριά.

Ο άνεμος στοχεύει την καρδιά,
Την χαίτη αφρισμένη ανακατεύει με ινάτι,
Ξανά στο κύμα τυχαίνει η αναποδιά,
Σαν κάποιος να έβαλε τρικλοποδιά,
Και πέφτει το καταϊδρωμένο άτι.

Και συμπονούνε ελαφριά
Σ’ αυτό που χάθηκε, αλλά από μακριά.

Θα ‘ρθει και η δική μου σειρά-θηλιά,
Στο χείλος με τραβάει κάτι σαν το λάσο,
Και στην ψυχή μου προαίσθημα σαν αγκαλιά,
Πως θα τσακίσω τη δική μου ραχοκοκκαλιά
Και το κεφάλι μου θα σπάσω.

Θα με συμπονούνε ελαφριά,
Αλλά από μακριά.

Εδώ και αιώνες οι πολλοί,
Κάθονται στις ακτές και κοιτάνε
Με ενδιαφέρον και προσοχή αισχυντηλή,
Πως οι άλλοι αγνοούν τον βράχων την απειλή,
Και τις ραχοκοκκαλιές και τα κεφάλια τους σπάνε.

Και οι πολλοί συμπονούνε ελαφριά
Αυτούς που χάνονται, αλλά από μακριά.

Αλλά μέσα στο ζόφος του πυθμένα,
Στα βάθη που ο ήλιος σβήνει,
Θα γεννηθεί και θα ανέβει
Τεράστιο κύμα, ένα.
Στην ακτή θα χιμίσει διαβολεμένα,
Και τους θεατές θα καταπίνει.

Θα συμπονώ ελαφριά
Αυτούς που χάθηκαν, αλλά από μακριά.

1973 (2015)

 


 

 

Мне судьба - до последней черты, до креста
Спорить до хрипоты (а за ней - немота),
Убеждать и доказывать с пеной у рта,
Что - не то это все, не тот и не та!
Что - лабазники врут про ошибки Христа,
Что - пока еще в грунт не влежалась плита,-
Триста лет под татарами - жизнь еще та:
Маета трехсотлетняя и нищета.
Но под властью татар жил Иван Калита,
И уж был не один, кто один против ста.
Пот намерений добрых и бунтов тщета,
Пугачевщина, кровь и опять - нищета...
Пусть не враз, пусть сперва не поймут ни черта,-
Повторю даже в образе злого шута,-
Но не стоит предмет, да и тема не та,-
Суета всех сует - все равно суета.

Только чашу испить - не успеть на бегу,
Даже если разлить - все равно не смогу;
Или выплеснуть в наглую рожу врагу -
Не ломаюсь, не лгу - все равно не могу;
На вертящемся гладком и скользком кругу
Равновесье держу, изгибаюсь в дугу!
Что же с чашею делать?! Разбить - не могу!
Потерплю - и достойного подстерегу:
Передам - и не надо держаться в кругу
И в кромешную тьму, и в неясную згу,-
Другу передоверивши чашу, сбегу!
Смог ли он ее выпить - узнать не смогу.
Я с сошедшими с круга пасусь на лугу,
Я о чаше невыпитой здесь ни гугу -
Никому не скажу, при себе сберегу,-
А сказать - и затопчут меня на лугу.


Я до рвоты, ребята, за вас хлопочу!
Может, кто-то когда-то поставит свечу
Мне за голый мой нерв, на котором кричу,
И веселый манер, на котором шучу...
Даже если сулят золотую парчу
Или порчу грозят напустить - не хочу,-
На ослабленном нерве я не зазвучу -
Я уж свой подтяну, подновлю, подвинчу!
Лучше я загуляю, запью, заторчу,
Все, что за ночь кропаю,- в чаду растопчу,
Лучше голову песне своей откручу,-
Но не буду скользить словно пыль по лучу!

Если все-таки чашу испить мне судьба,
Если музыка с песней не слишком груба,


Если вдруг докажу, даже с пеной у рта,-
Я уйду и скажу, что не все суета!

1977

Είναι η μοίρα μου

Η μοίρα μου: μέχρι να φτάσω στου θανάτου τα τελωνεία,
Να λογομαχώ ως τη βραχνάδα και κεφαλαλγία,
Να πείθω και να αποδείχνω αφρίζοντας απ’ την αδικία,
Πως γέμισε την κοινωνία η κόπρος του Αυγεία,
Ότι ο δεκάλογος του Θεού έγινε χαμένη αξία,
Ότι ακόμη φοράμε του σκλάβου την ζουρλομανδύα.
Τριακόσια χρόνια κάτω απ’ του κατακτητή την αλαζονεία,
Τριών αιώνων ταπείνωση, βάσανα και πενία.
Και κάτω απ’ το πέλμα του εχθρού βγαίνει η θρηνωδία,
Ακόμη κι ένας εναντίον εκατό δεν είναι απελπισία,
Και των προθέσεων καλών και της αποστασίας η ματαιοδοξία,
Επανάσταση, αίμα και ξανά η μίζερη πενία…
Θα επαναλάβω, κι ας μην βλέπουν την ασχημία,
Ακόμη και του καραγκιόζη φορώντας την ενδυμασία:
Ότι το αντικείμενο έχει πολύ οχλαγωγία,
Η ματαιότης ματαιοτήτων θα μείνει κενοδοξία.

Πώς το ποτήρι να πιώ; Τρέχοντας δε θα μπορώ,
Ακόμη και να το χύσω, έτσι κι αλλιώς, δε μπορώ,
Ούτε στο πρόσωπο μισητό του εχθρού θα επιχειρώ.
Και δεν κάνω καμώματα, ούτε ψεύδομαι: δε θα μπορώ!
Στριφογυρίζω πάνω στον κύκλο λείο και ολισθηρό,
Ισορροπία κρατώ με δυσκολία, σχήμα τόξου διατηρώ!
Να κάνω τι με το ποτήρι;! Να το σπάσω, δε μπορώ!
Θα υπομένω και τον άξιο θα καρτερώ:
Θα μεταδώσω το ποτήρι κι από τον κύκλο θα πηδώ
Μες στη βροχή ή μες στο σκότος τρομερό.
Στον φίλο αναθέτοντας το ποτήρι, θα αποχωρώ.
Άραγε, κατάφερε να μείνει πάνω στον κύκλο γλιστερό;
Μ’ αυτούς που κατέβηκαν, βοσκώ στο λιβάδι χλωρό,
Ότι δεν ήπια το ποτήρι τούτο δε θα μαρτυρώ,
Απλά τις τελευταίες μου δυνάμεις ήθελα να διατηρώ
Και με ορμή πάνω στον κύκλο πάλι θ’ ανεβώ!

Για σας παιδιά φτύνω αίμα, μα βαστώ,
Ίσως κάποτε κάποιος θα βάλει ένα κερί μικρό,
Για τον λάρυγγά μου γυμνό με τον οποίον λογοδοτώ,
Για τον κεφάτο τρόπο, όταν κάνω χωρατό,
Ακόμη κι αν θα τάξουν ουρανό με τ’ άστρο απτό,
Ή θ’ απειλούν με θάνατο φρικτό.
Με αδύνατο νεύρο δεν πρόκειται ν’ αντηχώ,
Θα προτιμώ να τ’ ανεβάζω, να το φτιάνω, να αποκαθιστώ,
Καλύτερα να μεθάω, να γλεντώ, να ουρανοβατώ
Όλα που έγραψα τη νύχτα να ποδοπατώ,
Καλύτερα το σπίτι και τη χώρα μου να αποχαιρετώ,
Αλλά το «δε μου καίγεται καρφί» δεν πρόκειται να υιοθετώ!

Εάν, παρ’ ολ’ αυτά, είναι η τύχη μου το ποτήρι να πιω,
Εάν κατάφερα το πάθος με την αλήθεια να γονιμοποιώ,

Εάν τυχαία αποδείξω με τσαμπουκά την αγιότητα,
Θα φύγω και θα πω, πως δεν είναι όλα ματαιότητα!

1977 (2015)

 


 

День без единой смерти
1
Часов, минут, секунд - нули,-
Сердца с часами сверьте:
Объявлен праздник всей Земли -
День без единой смерти!
Вход в рай забили впопыхах,
Ворота ада - на засове,-
Без оговорок и условий
Все согласовано в верхах.
Ликуй и веселись, народ!
Никто от родов не умрет,
И от болезней в собственной постели.
На целый день отступит мрак,
На целый день задержат рак,
На целый день придержат душу в теле.
И если где резня теперь -
Ножи держать тупыми!
А если бой, то - без потерь,
Расстрел - так холостыми.
Нельзя и с именем Его
Свинцу отвешивать поклонов.
Во имя жизни миллионов
Не будет смерти одного!
И ни за черта самого,
Ни за себя - ни за кого
Никто нигде не обнажит кинжалов.
Никто навечно не уснет,
И не взойдет на эшафот
За торжество добра и идеалов.
И запылают сто костров -
Не жечь, а греть нам спины.
И будет много катастроф,
А жертвы - ни единой.
И, отвалившись от стола,
Никто не лопнет от обжорства,
И падать будут из притворства
От выстрелов из-за угла.
Ну а за кем недоглядят,
Того нещадно оживят -
Натрут его, взъерошат, взъерепенят:
Есть спецотряд из тех ребят,
Что мертвеця растеребят,-
Они на день случайности отменят.
Забудьте мстить и ревновать!
Убийцы, пыл умерьте!
Бить можно, но - не убивать,
Душить, но только не до смерти.
В проем оконный не стремись -
Не засти, слазь и будь мужчиной!-
Для всех устранены причины,
От коих можно прыгать вниз.
Слюнтяи, висельники, тли,-
Мы всех вас вынем из петли,
И напоказ валять в пыли,
Еще дышащих, тепленьких, в исподнем.
Под топорами палачей
Не упадет главы ничьей -
Приема нынче нет в раю господнем.

II
...И пробил час, и день возник,-
Как взрыв, как ослепленье!
То тут, то там взвивался крик:
"Остановись, мгновенье!"
И лился с неба нежный свет,
И хоры ангельские пели,-
И люди быстро обнаглели:
Твори, что хочешь,- смерти нет!
Иной до смерти выпивал -
Но жил, подлец, не умирал,
Другой в пролеты прыгал всяко-разно,
А третьего душил сосед,
А тот - его,- ну, словом, все
Добро и зло творили безнаказно.
И тот, кто никогда не знал
Ни драк, ни ссор, ни споров,-
Тот поднимать свой голос стал,
Как колья от заборов.
Он торопливо вынимал
Из мокрых мостовых булыжник,-
А прежде он был тихий книжник
И зло с насильем презирал.
Кругом никто не умирал,-
А тот, кто раньше понимал
Смерть как награду или избавленье -
Тот бить стремился наповал,-
А сам при этом напевал,
Что, дескать, помнит чудное мгновенье.
Ученый мир - так весь воспрял,-
И врач, науки ради,
На людях яды проверял -
И без противоядий!
Вон там устроила погром -
Должно быть, хунта или клика,-
Но все от мала до велика,
Живут,- все кончилось добром.
Самоубийц, числом до ста -
Сгоняли танками с моста,
Повесившихся скопом оживляли.
Фортуну - вон из колеса...
Да, день без смерти удался!-
Застрельщики, ликуя, пировали.
...Но вдруг глашатай весть разнес
Уже к концу банкета,
Что торжество не удалось,
Что кто-то умер где-то -
В тишайшем уголке Земли,
Где спят и страсти, и стихии,-
Реаниматоры лихие
Туда добраться не смогли.
Кто смог дерзнуть, кто смел посметь?!
И как уговорил он Смерть?
Ей дали взятку - Смерть не на работе.
Недоглядели, хоть реви,-
Он взял да умер от любви -
На взлете умер он, на верхней ноте!

1978
 

Ημέρα δίχως πεθαμό
Ειρωνικοί στίχοι

                          Ι
Ξεπρόβαλε η νύχτα την αυγή
Και η Κυριακή εμφάνισε τη Δευτέρα,
Ανακοινώθηκε γιορτή πάνω στη Γη:
Χωρίς θανή ημέρα!
Την είσοδο στον Άδη φυλάνε τεθωρακισμένα,
Οι χώροι παραδείσου κλειστοί με περιφράξεις
Δίχως τους όρους κι επιφυλάξεις.
Με Τον επάνω όλα συμφωνημένα.
Χαίρε, διασκέδασε λαέ!
Σήκωσε ποτήρια με κρασί σαμπανιζέ!
Κανένα δε θα τρώει το μαύρο χώμα!
Για μέρα ολάκερη θα υποχωρεί το σκοτάδι,
Θα συλλαμβάνουν το καρκίνο-ρημάδι,
Θα κρατηθεί η ψυχή μέσα στο σώμα.
Ημέρα με αλαλαγμούς!
Ευνοϊκή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα:
Αν μακελειό, τότε δίχως πεθαμούς
Εκτέλεση, τότε με άσφαιρα.
Άφαντος ακόμη και ο θάνατος λευκός,
Ο μόλυβδος πετούσε ως νερού σταγόνα,
Αέρια θανατηφόρα έγιναν δακρυγόνα,
Και το φαρμάκι γινότανε ροδόσταμο γλυκό.
Ακόμη και για το θρησκευτικό μου «εγώ»
Και το κομματικό μου «υπερεγώ»
Κανείς δε θα τραβάει μίσος φονικό,
Κανένας από το φανατισμό δε θα πεθαίνει
Και στην κρεμάλα δε θα ανεβαίνει
Αυτός που παλεύει για θρίαμβο ιδανικών.
Θα αναφλέγονται χίλια πυρά,
Μόνο χέρια θα ζεσταίνουν, δε θα καίνε κανένα.
Θα γίνονται καταστροφές, όλεθροι, συμφορά,
Ενώ θύματα, ούτε ένα.
Και ξεκολλώντας από το τραπέζι,
Κανένας δε θα σκάσει από τη λαιμαργία,
Και μόνο σε σκηνοθεσιών τα σφαγεία
Ο ήρωας τον θάνατο θα παίζει.
Στα χόσπις, που με πόθο θέλουν να πεθαίνουν,
Αυτούς ανηλεώς θα ανασταίνουν,
Θα τους μαλάξει, θα τινάξει, θα αναμαλλιάσει
Μια ειδική ομάδα άσσων,
Που ξέρουν τους νεκρούς να παρενοχλήσουν,
Για μια ημέρα τα απρόοπτα να καταργήσουν.
Ξεχάστε το μίσος, τη ζήλια ακρωτηριάστε,
Φονιάδες, τη ζέση σας μετριάστε!
Δεκτός ο ξυλοδαρμός, μα όχι ο σκοτωμός!
Μπορείς να στραγγαλίζεις, μα όχι εντελώς.
Το άνοιγμα του παραθύρου μην πατάς φευγάτος,
Μην κλέβεις φως, κατέβα προς το παρόν,
Αφού έγινε η άρση των αιτιών
Για τις οποίες μπορείς να πηδήσεις κάτω.
Άνανδροι, λαγόκαρδοι, δειλοί,
Όλους θα σώσουμε απ’ της θηλιάς τη θανή
Και με της κόλασης την εντολή
Θα μπήξουμε ξανά στο σώμα την ψυχή.
Και κατ’ απ’ τα τσεκούρια των δημίων
Κεφάλι δε θα πέσει του πλησίον.
Δεν έχουν σήμερα οι ουρανοί υποδοχή.

                      ΙΙ
Με την αυγή ήρθε η χαρμονή,
Σαν αποτήφλωση με κρότο.
«Σταμάτα χρόνε!» υψωνόταν η φωνή,
Που ήταν της ημέρας το μότο.
Απ’ τα ουράνια έρεε το φως βαθμηδόν,
Οι χορωδίες των αγγέλων έψαλαν πολλάκις
Και σύντομα αποθρασύνθηκε ο κοσμάκης:
Καν’ ότι θέλεις, ο θάνατος απών!
Κάποιος έπινε, μέχρι που έμενε γυμνός,
Αλλά ο άτιμος έμενε ζωντανός.
Ο άλλος έπεφτε στο κενό από υποκρισία,
Τον τρίτον έπνιγε ο πλησίον,
Αφού εκείνος όρμισε εναντίων,
Και πάει σύννεφο η ατιμωρησία.
Εκείνος που ποτέ δε έχασε την υπομονή,
Που ούτε σκέφτηκε ποτέ: «μπουλμπέρι και στάχτη»,
Άρχισε να ψηλώνει τη φωνή,
Σαν παλούκια του φράχτη.
Από το καλντερίμι βιαστικός αφαιρούσε
Και έριχνε τον λίθον του αναθέματος,
Ενώ πριν ήταν ευγενικός σαν γαλαζοαίματος
Και το κακό και την βία περιφρονούσε.
Κανένας και για τίποτα δεν μετανοούσε.
Εκείνος που νωρίτερα θεωρούσε
Το θάνατο ως όλεθρο και συντριβή,
Εκείνος χτυπούσε δια μιας,
Αλλά διόλου δεν ένιωθε φονιάς
Και σιγοτραγουδούσε με απολαβή.
Η επιστήμη γέμισε καιροσκόπους
Και ο γιατρός ζευγάρωνε το ασυμφιλίωτο,
Δοκίμαζε τα δηλητήρια πάνω σ’ ανθρώπους,
Και μάλιστα χωρίς αντίδοτο!
Κάποιοι οργάνωσαν πογκρόμ,
Με θύματα οι ξενόφερτοι:
Μικροί και μεγάλοι αιμόφυρτοι,
Μα ζωντανοί προς το παρόν.
Αυτούς που το ποτάμι ήθελαν για κοιμητήρι,
Έδιωχναν με τανκς απ’ το γεφύρι.
Αυτόχειρες έβγαζαν απ’ τις θηλιές-γραβάτες,
Η τύχη… έφυγε απ’ τον τροχό!
Η καλοπέραση βρήκε τον φτωχό!
Επέτυχαν και γλεντούσαν οι πρωτεργάτες.
Μα ξαφνικά ήρθε μια είδηση,
Την ανακοίνωσε όχι όποιος κι όποιος,
Αλλά αυτός που είχε του γλεντιού την οδήγηση:
Πως κάπου πέθανε κάποιος.
Σε μια απόμακρη της γης γωνιά
Όπου κοιμούνται τα πάθη και τα στοιχεία,
Και οι λεβέντες απ’ την εντατική θεομαχία,
Δεν κατάφεραν να φτάσουν σ’ αυτήν τη φωλιά.
Ποιος τόλμησε και παραβίασε τον νόμο;!
Και πώς μπήκε στον δρόμο τον ανθρωποκτόνο;
Εκείνος άξιζε τιμωρία αυστηρή.
Πρώτα, απ’ το φιλί έγινε τρελός,
Μετά απ’ την αγάπη πέθανε αυτός
Κατά την απογείωση για νότα υψηλή.

1978 (2015)

 


 

Мой Гамлет

Я только малость объясню в стихе —
На всё я не имею полномочий...
Я был зачат, как нужно, во грехе —
В поту и в нервах первой брачной ночи.

Я знал, что, отрываясь от земли,
Чем выше мы, тем жёстче и суровей;
Я шёл спокойно — прямо в короли
И вёл себя наследным принцем крови.

Я знал — всё будет так, как я хочу.
Я не бывал внакладе и в уроне.
Мои друзья по школе и мечу
Служили мне, как их отцы — короне.

Не думал я над тем, что говорю,
И с лёгкостью слова бросал на ветер.
Мне верили и так, как главарю,
Все высокопоставленные дети.

Пугались нас ночные сторожа,
Как оспою, болело время нами.
Я спал на кожах, мясо ел с ножа
И злую лошадь мучил стременами.

Я знал — мне будет сказано: "Царуй!" —
Клеймо на лбу мне рок с рожденья выжег.
И я пьянел среди чеканных сбруй,
Был терпелив к насилью слов и книжек.

Я улыбаться мог одним лишь ртом,
А тайный взгляд, когда он зол и горек,
Умел скрывать, воспитанный шутом.
Шут мёртв теперь: "Аминь!" Бедняга Йорик!..

Но отказался я от дележа
Наград, добычи, славы, привилегий:
Вдруг стало жаль мне мёртвого пажа,
Я объезжал зелёные побеги...

Я позабыл охотничий азарт,
Возненавидел и борзых и гончих,
Я от подранка гнал коня назад
И плетью бил загонщиков и ловчих.

Я видел — наши игры с каждым днём
Всё больше походили на бесчинства.
В проточных водах по ночам, тайком
Я отмывался от дневного свинства.

Я прозревал, глупея с каждым днём,
Я прозевал домашние интриги.
Не нравился мне век и люди в нём
Не нравились. И я зарылся в книги.

Мой мозг, до знаний жадный как паук,
Всё постигал: недвижность и движенье, —
Но толка нет от мыслей и наук,
Когда повсюду — им опроверженье.

С друзьями детства перетёрлась нить.
Нить Ариадны оказалась схемой.
Я бился над словами — "быть, не быть",
Как над неразрешимою дилеммой.

Но вечно, вечно плещет море бед,
В него мы стрелы мечем — в сито просо,
Отсеивая призрачный ответ
От вычурного этого вопроса.

Зов предков слыша сквозь затихший гул,
Пошёл на зов, — сомненья крались с тылу,
Груз тяжких дум наверх меня тянул,
А крылья плоти вниз влекли, в могилу.

В непрочный сплав меня спаяли дни —
Едва застыв, он начал расползаться.
Я пролил кровь, как все. И, как они,
Я не сумел от мести отказаться.

А мой подъём пред смертью есть провал.
Офелия! Я тленья не приемлю.
Но я себя убийством уравнял
С тем, с кем я лёг в одну и ту же землю.

Я Гамлет, я насилье презирал,
Я наплевал на Датскую корону,—
Но в их глазах — за трон я глотку рвал
И убивал соперника по трону.

А гениальный всплеск похож на бред,
В рожденье смерть проглядывает косо.
А мы всё ставим каверзный ответ
И не находим нужного вопроса.

1972

Ο δικός μου Άμλετ

Τότε τον έρωτα άρπαζε η αυθεντία,
Κι ας μην ταίριαζαν τα χνότα.
Συλλήφθηκα, όπως συνήθως μες στην αμαρτία,
Μέσα στης νύχτας άγρυπνης τον ιδρώτα.

Από μικρός ανάσαινα της δύναμης το οξυγόνο,
Ποτέ δεν είχα ως σωσίβιο το ψέμα,
Με σιγουριά έκανα τσάρκα προς τον θρόνο
Και ένιωθα γαλάζιο μου το αίμα.

Την σκέψη μου οι γύρω μου υιοθετούσαν,
Κανόνιζα τα πάντα με το βλέμμα.
Οι φίλοι του αρρενογωγείου με υπηρετούσαν,
Όπως οι πατεράδες τους το στέμμα.

Στην σπείρα μας είχα ρόλο ενεργό
Και τα στρατιωτάκια μου έδιναν το παρόν.
Με εμπιστεύονταν ως αρχηγό
Όλα τα τέκνα των παλατιανών.

Μας φοβόντουσαν της νύχτας οι φρουροί,
Ήμασταν της εποχής η νόσος,
Της δόξας κυνηγοί και του κακού οι τιμωροί,
Φαγί τα έντομα, τη δίψα έκοβε η δρόσος.

Κατά τη γέννα στο μέτωπό μου πυρόγραψε η ειμαρμένη,
Κι από μικρός ήμουν θαμώνας πειθαρχείων,
Που απολάμβανα την μοναξιά πεφωτισμένη,
Καρτερικός στη βία λέξεων και των βιβλίων.

Γνώριζα πώς να κρύψω τη φαρμακερή ματιά,
Μπορούσα να χαμογελάσω μόνο με το στόμα.
Διαπαιδαγωγημένος απ’ του γελωτοποιού τη βαρβατιά,
«Αμήν! Καημένε Γιόρικ!» ας είναι ελαφρύ το χώμα...

Απέφευγα με απέχθεια τη μοιρασιά
Των λάφυρων, προνομίων και βραβείων.
Μες στο λαό μου ένιωθα την ξενοιασιά,
Ενώ μέσα στα κάστρα την οσμή σφαγείων.

Γρήγορα ξέχασα την θηρευτική μανία,
Μισούσα τα κυνηγόσκυλα, και τα λαγωνικά.
Τραβούσα χαλινάρι όταν έβλεπα τη λεία
Και με μαστίγιο δάμαζα ένστικτα φονικά.

Έβλεπα πως των αρχόντων το σκόρπισμα σκληρό
Όλο και περισσότερο μοιάζει με ασχημία.
Τη νύχτα, μυστικά, μες στα τρεχούμενα νερά
Ξέπλυνα της ημέρας την κτηνωδία.

Έψαχνα μάταια τον Θεό με αστραπή του,
Γινόμουν παλαβός μ’ αυτά που κατέβαζε η κούτρα.
Δε μ’ άρεσε ο αιώνας και οι άνθρωποί του
Και έπεφτα στο διάβασμα με μούτρα.

Το μυαλό μου λαίμαργο για αξιώσεις,
Όλα ήθελε να γευθεί ο δαιμόνιος νους,
Αλλά δεν έχουν όφελος οι γνώσεις,
Όταν ανθεί παντού η διάψευσή τους.

Με φίλους κόπηκε το νήμα μετά από τη στέψη,
Ο μίτος της Αριάδνης δεν είναι και κάτι ακατάλυτο.
«Να ζω ή να μην ζω», χτυπιόμουν με την σκέψη,
Σαν πάνω σ’ ένα δίλημμα άλυτο.

Αιώνες παφλάζει των συμφορών η θάλασσα θολή,
Εκεί τα βέλη ρίχνουμε σαν το κεχρί στη σήτα.
Και κοσκινίζουμε την απάντηση απατηλή
Με την σχολαστική ερώτηση-σαΐτα.

Προς κάλεσμα των προγόνων βάδιζα βαθμιδόν,
Και απ’ τα νώτα οι αμφιβολίες τρύπωναν δολερά.
Τραβούσε πάνω το βάρος των σκέψεων μαρτυρικών,
Κάτω στον τάφο έσερναν της σάρκας τα φτερά.

Ο χρόνος μ’ έπηξε σε μη στερεό κράμα. Μα γιατί;
Και μόλις έπηξε, άρχισε να λειώνει.
Όπως οι άλλοι έχυσα αίμα, κι όπως αυτοί,
Το μίσος δεν κατάφερα να κάνω σκόνη.

Μόνο εκεί έβρισκε το μυαλό μου οξυγόνο.
Ήμουνα της ζωής το ξένο σώμα,
Και άθελα τον εαυτό μου εξίσωσα με φόνο,
Αυτού, με τον οποίον θάφτηκα στο ίδιο χώμα.

Εγώ ο Άμλετ, δεν ήθελα να γίνω βασιλιάς,
Περιφρονούσα τη βία και τον θρόνο ψυχοκτόνο,
Ενώ στα μάτια τους ήμουν της εξουσίας άρπαγας
Και σκότωνα τον ανταγωνιστή για θρόνο.

Ο μεγαλοφυής ο παφλασμός σαν παραμιλητό.
Μέσα στη γέννηση ο θάνατος προβάλλει,
Ενώ όλοι μας θέτουμε απάντηση ευθύς,
Και δε βρίσκουμε την ερώτηση μεγάλη.

1972 (2015)

 


 

Притча о Правде и Лжи.
В подражание Булату Окуджаве

Нежная Правда в красивых одеждах ходила,
Принарядившись для сирых, блаженных, калек, -
Грубая Ложь эту Правду к себе заманила:
Мол, оставайся-ка ты у меня на ночлег.

И легковерная Правда спокойно уснула,
Слюни пустила и заулыбалась во сне, -
Грубая Ложь на себя одеяло стянула,
В Правду впилась - и осталась довольна вполне.

И поднялась, и скроила ей рожу бульдожью:
Баба как баба, и что ее ради радеть?! -
Разницы нет никакой между Правдой и Ложью,
Если, конечно, и ту и другую раздеть.

Выплела ловко из кос золотистые ленты
И прихватила одежды, примерив на глаз;
Деньги взяла, и часы, и еще документы, -
Сплюнула, грязно ругнулась - и вон подалась.

Только к утру обнаружила Правда пропажу -
И подивилась, себя оглядев делово:
Кто-то уже, раздобыв где-то черную сажу,
Вымазал чистую Правду, а так - ничего.

Правда смеялась, когда в нее камни бросали:
"Ложь это все, и на Лжи одеянье мое..."
Двое блаженных калек протокол составляли
И обзывали дурными словами ее.

Стервой ругали ее, и похуже чем стервой,
Мазали глиной, спускали дворового пса...
"Духу чтоб не было, - на километр сто первый
Выселить, выслать за двадцать четыре часа!"

Тот протокол заключался обидной тирадой
(Кстати, навесили Правде чужие дела):
Дескать, какая-то мразь называется Правдой,
Ну а сама - пропилась, проспалась догола.

Чистая Правда божилась, клялась и рыдала,
Долго скиталась, болела, нуждалась в деньгах, -
Грязная Ложь чистокровную лошадь украла -
И ускакала на длинных и тонких ногах.

Некий чудак и поныне за Правду воюет, -
Правда, в речах его правды - на ломаный грош:
"Чистая Правда со временем восторжествует, -
Если проделает то же, что явная Ложь!"

Часто разлив по сто семьдесят граммов на брата,
Даже не знаешь, куда на ночлег попадешь.
Могут раздеть, - это чистая правда, ребята, -
Глядь - а штаны твои носит коварная Ложь.
Глядь - на часы твои смотрит коварная Ложь.
Глядь - а конем твоим правит коварная Ложь.

1977
Παραβολή για την Ψευτιά και την Αλήθεια
Στον Μπ. Οκουντζάβα

Την τρυφερή την Αλήθεια που όμορφα ρούχα φορούσε,
Και στις πλατιές για την φιλαλήθεια λαλούσε,
Στην παγίδα παρέσυρε η βρωμιάρα-Ψευτιά,
Προσφέροντας ένα κρεβάτι για την νυχτιά.

Η ευκολόπιστη Αλήθεια ατάραχη κοιμήθηκε
Και σάλιαζε στον ύπνο και χαμογελούσε.
Η ύπουλη Ψευτιά κι αυτή λαγοκοιμήθηκε,
Μετά σηκώνοντας, «πουτάνα» την αποκαλούσε.

Στραβομουτσούνιασε – απορώντας – την Αλήθεια ηλίθια:
Προς τι οι ύμνοι; Είναι παλιογυναίκα απ' τις κοινές!
Ανύπαρκτη η διαφορά μες στην Ψευτιά και την Αλήθεια
Εάν βεβαίως και οι δυο είναι γυμνές.

Μετά την πασάλειψε με την καπνιά από το τζάκι,
Την έγδυσε και φόρεσε τα ρούχα της ωραία,
Πήρε τα έγγραφα, το πουγκί, ακόμη και το ρολογάκι,
Την έφτυσε φεύγοντας, και την έβρισε χυδαία.

Μόνο το πρωί αποκάλυψε η Αλήθεια τη χασούρα
Και τον εαυτό της εξέτασε σοκαρισμένη.
Τη γύμνια της έκρυψε με μια πατσαβούρα
Και βγήκε στους δρόμους από την αδικία μουδιασμένη.

Η Αλήθεια γελόκλαιε όποτε την λιθοβολούσαν,
«Η Ψευτιά! Η Ψευτιά τα ρούχα μου φοράει!»
Δυο ένστολη την παράβαση πρωτοκολλούσαν
Και απαγόρευσαν στο τσιφλίκι τους να τριγυρνάει.

Έριχναν λάσπη, την έλεγαν «βρόμα»,
Έλυναν σκύλο επάνω της για να ορμήσει,
Άπλωνε χέρι, δεν είχε να βάζει στο στόμα,
Σάμπως πάνω της έπεσαν η ανατολή και η δύση.

Την πήγανε στα δικαστήρια για την απείθεια
Και της επέβαλαν εξαγοράσιμη ποινή,
Τάχα κάποια λέρα ονομάζεται Αλήθεια,
Ενώ ήταν μπεκρού, και κατάντησε γυμνή.

Η καθαρή Αλήθεια ορκιζόταν, έχυνε δάκρυα πελάγη,
Επί πολύ περιπλανιόταν άρρωστη, είχε ανάγκη λεφτά.
Η βρώμικη Ψευτιά το καθαρόαιμο άτι είχε απάγει
Και έφυγε καλπάζοντας καβαλικευτά.

Ως τώρα μάχεται κάποιος αλλόκοτος για την Αλήθεια,
Μα η Αλήθεια του ούτε αξίζει πεντάρα:
«Με τον καιρό θα θριαμβεύσει η πρόδηλη Αλήθεια!»
Βεβαίως! αν θα πράττει όσα κάνει η Ψευτιά-ζηλιάρα.
Βγαίνοντας έξω, τους φόβους σου να διασκεδάζεις,

Δεν ξέρεις που θα ξυπνάς την άγρια χαραματιά,
Μπορεί γυμνός ένα χαντάκι να «νοικιάζεις»,
Ενώ το παντελόνι σου φοράει η ύπουλη Ψευτιά.
Ενώ κοιτάει το ρολόι σου η ύπουλη Ψευτιά.
Ενώ το άτι σου οδηγάει η ύπουλη Ψευτιά.

1977 (2014)

 


 

Песня о друге

Если друг оказался вдруг
И не друг и не враг, а так...
Если сразу не разберешь,
Плох он или хорош, -
Парня в горы тяни - рискни,
Не бросай одного его,
Пусть он в связке в одной с тобой -
Там поймешь, кто такой.
Если парень в горах - не ах,
Если сразу раскис - и вниз,
Шаг ступил на ледник - и сник,
Оступился - и в крик,
Значит, рядом с тобой чужой,
Ты его не брани - гони:
Вверх таких не берут и тут
Про таких не поют.
Если ж он не скулил, не ныл,
Пусть он хмур был и зол, но шел,
А когда ты упал со скал,
Он стонал, но держал,
Если шел за тобой, как в бой,
На вершине стоял, хмельной,
Значит, как на себя самого,
Положись на него

1966
Ο νέος φίλος

Αν ο νέος φίλος σου έχει ήθος
Ούτε φίλου και ούτε εχθρού,
Αν αμέσως δεν το πιάνεις
Και δεν ξέρεις τι να κάνεις
Τράβα τον κατοπινά στα ορεινά
Μην τον αφήνεις μόνο με τον πόνο,
Παρ’ τον μαζί σου για την σχοινοσυντροφιά
Τότε θα φύγει και η συννεφιά.
Εάν ο αρχάριος μες στα βουνά δεν νιώθει μακάριος
Βλέπει των βράχων τον γείσο και φωνάζει «πίσω!»
Αν πατάει τον παγετώνα και εγκαταλείπει των αγώνα
Τότε είναι θλιβερή η εικόνα.
Σημαίνει έχεις κοντά αυτόν που θέλει νταντά
Μην τον μαλώνεις, δεν τον διορθώνεις
Δεν πάνε τέτοιους στην κορφή, για να βάζουν υπογραφή
Κοντά στου ήλιου τη χρυσαφί.
Εάν δεν γκρίνιαζε και δεν μεμψιμοιρούσε
Αν σε αγριοκοιτούσε, μα όμως περπατούσε
Κι όταν έπεσες στα βράχια, ψύχραιμος κρατούσε
Από τον πόνο βογκούσε, αλλά βαστούσε.
Εάν στεκόταν μεθυστικός επάνω στην κορφή
Και στα ουράνια πέταγε το γούνινο σκουφί,
Μπορείς πια να βασίζεσαι επάνω του απόλυτα
Έχεις λοιπόν, φίλο πιστό κι ακλόνητο.

1966 (2014)

 


 

Баллада о любви

Когда вода всемирного потопа
Вернулась вновь в границы берегов,
Из пены уходящего потока
На берег тихо выбралась любовь
И растворилась в воздухе до срока,
А срока было сорок сороков.

И чудаки - еще такие есть -
Вдыхают полной грудью эту смесь.
И ни наград не ждут, ни наказанья,
И, думая, что дышат просто так,
Они внезапно попадают в такт
Такого же неровного дыханья...

Только чувству, словно кораблю,
Долго оставаться на плаву,
Прежде чем узнать, что "я люблю",-
То же, что дышу, или живу!

И вдоволь будет странствий и скитаний,
Страна Любви - великая страна!
И с рыцарей своих для испытаний
Все строже станет спрашивать она.
Потребует разлук и расстояний,
Лишит покоя, отдыха и сна...

Но вспять безумцев не поворотить,
Они уже согласны заплатить.
Любой ценой - и жизнью бы рискнули,
Чтобы не дать порвать, чтоб сохранить
Волшебную невидимую нить,
Которую меж ними протянули...

Свежий ветер избранных пьянил,
С ног сбивал, из мертвых воскрешал,
Потому что, если не любил,
Значит, и не жил, и не дышал!

Но многих захлебнувшихся любовью,
Не докричишься, сколько не зови...
Им счет ведут молва и пустословье,
Но этот счет замешан на крови.
А мы поставим свечи в изголовье
Погибшим от невиданной любви...

Их голосам дано сливаться в такт,
И душам их дано бродить в цветах.
И вечностью дышать в одно дыханье,
И встретиться со вздохом на устах
На хрупких переправах и мостах,
На узких перекрестках мирозданья...

Я поля влюбленным постелю,
Пусть поют во сне и наяву!
Я дышу - и значит, я люблю!
Я люблю - и, значит, я живу!

1975

Μπαλάντα για την αγάπη

Όποτε του κατακλυσμού του Νοε τα νερά
Γύρισαν στην συνηθισμένη τους μεριά,
Απ’ τον αφρό του ύδατος που τρέχει σιγαλά,
Αθόρυβα βγήκε η αγάπη στη στεριά
Και έλιωσε μες στον αέρα απαλά,
Σαν μυρωδιά μεθυστική που έχει η ελευθεριά.

Παράξενο από τους δυο το δείγμα:
Βαθειά εισπνέουν το μείγμα,
Απομακρύνονται από την ευζωία της οχλοβοής,
Κρυφανασαίνουν ακόμη και μέσα στο κενό
Που πέφτουν αιφνιδίως στο ρυθμό
Όμοιας άστατης αναπνοής.

Αγάπη: νόσημα της τρυφερότητας χαρωπό,
Σε κάνει πιο δειλό και θαρραλέο
Για να γνωρίζεις πως το «Σ’ αγαπώ»,
Είναι το ίδιο με το ζω και αναπνέω!

Ο δρόμος έχει φυλακές και εκκλησίες:
Η επικράτεια της αγάπης αυθαιρετεί και νομοθετεί!
Κι απ’ τους ιππότες της για δοκιμασίες
Όλο και αυστηρότερα ζητά και απαιτεί.
Θα απαιτεί χωρισμούς, αποστάσεις, ικεσίες,
Ανησυχία κ’ αϋπνία θα υιοθετεί.

Αλλά δεν κάνουν πίσω οι τρελοί,
Έτοιμοι να πληρώσουν τιμή υψηλή.
Ακόμη και τη ζωή θα θυσιάσουν
Να μην καεί μες στον παθών την πύρα,
Το μαγικό αόρατο νήμα να διαφυλάσσουν
Που μεταξύ τους έτεινε η μοίρα.

Δροσερός αέρας τους εκλεκτούς μεθούσε,
Έριχνε κάτω, τους νεκρούς ανάσταινε,
Γιατί εάν κάποιος ποτέ δεν αγαπούσε,
Άρα ούτε ζούσε και ούτε ανάσαινε.

Πολλοί αυτοί που πνίγηκαν από την ασφυξία:
Ο ένας στης πολυτέλειας σαπίλα αποπνικτική,
Ο άλλος μέσα στην κενότητα της εξουσίας,
Ο τρίτος από ορμόνες και επιθυμία σαρκική.
Ενώ εμείς θα στήσουμε στα προσκεφάλια τους κεριά-αξία,
Σ’ αυτούς που χάθηκαν απ’ την αγάπη την αληθινή.

Και οι φωνές τους θα συρρέουν σ’ έναν ρυθμό,
Και οι ψυχές τους θα σεργιανίζουν μες στο γαλανό,
Και θ’ αναπνέουν μες στη χώρα του ευόσμου.
Θα ενωθούν μακριά από τα κοιμητήρια
Πάνω στα εύθραυστα περάματα, γεφύρια,
Μες στα στενά τα σταυροδρόμια του κόσμου…

Για τους ερωτευμένους θα στρώσω λιβάδια,
Για βόλτες βραδινές και χάδια.
Παίρνω πνοή, σημαίνει – αγαπώ!
Και αγαπώ, σημαίνει – ζω!

1975 (2015)

 


 

Он не вернулся из боя

Почему все не так, вроде все как всегда
То же небо опять голубое, тот же лес,
Тот же воздух и та же вода
Только он не вернулся из боя
Тот же лес, тот же воздух и та же вода
Только он не вернулся из боя

Мне теперь не понять кто же прав был из нас
В наших спорах без сна и покоя
Мне не стало хватать его только сейчас
Когда он не вернулся из боя
Мне не стало хватать его только сейчас
Когда он не вернулся из боя

Он молчал невпопад и не в такт подпевал
Он всегда говорил про другое
Он мне спать не давал
Он с восходом вставал
А вчера не вернулся из боя
Он мне спать не давал
Он с восходом вставал
А вчера не вернулся из боя

То, что пусто теперь не про то разговор
Вдруг заметил я нас было двое
Для меня будто ветром задуло костер
Когда он не вернулся из боя
Для меня будто ветром задуло костер
Когда он не вернулся из боя

Нынче вырвалась словно из плена весна
По ошибке окликнул его я
Друг оставь покурить, а в ответ тишина
Он вчера не вернулся из боя
Друг оставь покурить, а в ответ тишина
Он вчера не вернулся из боя

1969

Εκείνος που δεν γύρισε από την μάχη

Γιατί όλα ειν’ αλλιώς; Αφού τα πάντα είναι σταθερά:
Η ίδια λιμνούλα όπου κοάζει το βατράχι,
Το ίδιο δάσος, ο αέρας, τα ίδια τα νερά
Μόνο που εκείνος δεν γύρισε από την μάχη.

Το δίκαιο ψάχναμε με πάθος και ορμή
Της φιλονικίας οι μονομάχοι,
Νιώθω την απουσία του απ’ τη στιγμή,
Όποτε δεν γύρισε από την μάχη.

Εκείνος σιγοτραγουδώντας δεν κρατούσε τον ρυθμό,
Και δεν μιλούσε σαν οι άλλοι πεζομάχοι,
Συχνά έχανε των σκέψεων τον ειρμό
Και χθες δεν γύρισε από την μάχη.

Είναι πολύ μεγάλο το κενό και η ματιά
Ψάχνει κατά την επίθεση, την δική του ράχη…
Για μένα, σαν αέρας έσβησε τη φωτιά,
Όταν εκείνος δεν γύρισε από την μάχη.

Αυγή. Η ψυχή μου δεν αποδέχεται την αλλαγή,
Και ρώτησα, γνωρίζοντας πως σίγουρα θα ‘χει:
«Ένα τσιγάρο, φίλε μου;» Και η απάντηση, σιγή,
Ξέχασα, ότι δεν γύρισε από την μάχη.

Δε μας εγκαταλείπουν μες στη συμφορά
Οι πεσόντες μας καλύπτουν απ’ τις σφαίρες-χαλάζια,
Αντανακλά ο ουρανός το δάσος σαν μέσα στα νερά
Και τα δέντρα στέκονται γαλάζια.

Η φιλία με το χώρο και τον χρόνο δένεται,
Πάντα ήμασταν δίπλα, σαν δίδυμοι βράχοι.
Όλα τώρα για έναν, μόνο μου φαίνεται,
Ότι εγώ δεν γύρισα από την μάχη.

1969 (2015)

 


 

ПОПЫТКА САМОУБИЙСТВА

Подшит крахмальный подворотничок
И наглухо застёгнут китель серый,
И вот легли на спусковой крючок
Бескровные фаланги офицера.

Пора! Кто знает время сей поры!
Но вот она воистину близка.
О! Как недолог жест от кобуры
До выбритого начисто виска.

Движение закончилось и сдуло
С назначенной мишени волосок.
С улыбкой смерть уставилась из дула
На аккуратно выбритый висок.

Виднелась сбоку поднятая бровь,
А рядом что-то билось и дрожало:
В виске ещё непущенная кровь
Пульсировала, то есть — возражала.

И перед тем, как ринуться, посметь —
От уха в мозг наискосок, к затылку,
Вдруг загляделась пристальная смерть
На жалкую взбесившуюся жилку.

Промедлила она — и прогадала.
Теперь — обратно, в кобуру ложись.
Так смерть впервые близко увидала
С рожденья ненавидимую жизнь
Απόπειρα αυτοκτονίας

Φοδραρισμένος ο κολλαριστός γιακάς
Και το χιτώνιο ερμητικά κουμπωμένο,
Ιδού τη σκανδάλη ακουμπάει ο θανατάς,
Του ταγματάρχη το δάχτυλο εκβιασμένο.

Έφθασε η ώρα! Μπροστά μόνο ζωή-φρίκη…
Στιγμή χωρίζει από τον λυτρωμό ολοκληρωμένο.
Ω! Πόσο σύντομη η διαδρομή από τη θήκη
Μέχρι τον κρόταφο τον ξυρισμένο.

Χλωμό πρόσωπο με χαμόγελο σαρδόνιο
Περιμένει του σμπάρου τον τρομόηχο,
Κι ο θάνατος προσηλωμένος απ’ το στόμιο
Πάνω στον κρόταφο άτριχο.

Φαινόταν από το πλάι, τον ματιών η φλόγα,
Και δίπλα κάτι δονούσε κι λυσσομανούσε:
Στον κρόταφο το αίμα μες στην φλέβα
Πάλλονταν, δηλαδή … διαφωνούσε.

Και πριν να ορμήσει και τσαλακώσει το αίμα
Μες στο μυαλό η μολυβένια μπιλίτσα,
Άξαφνα κόλλησε ο θάνατος με περιέργεια στο βλέμμα
Πάνω στην ελεεινή λυσσασμένη φλεβίτσα.

Καθυστέρησε ο θάνατος και έχασε…
Και αναγκάστηκε πίσω στη θήκη να μπει.
Έτσι ο θάνατος τόσο κοντά έφτασε
Στην εκ γενετής τη μισητή ζωή.

1977 (2015)

 


 

Баллада о ненависти

Торопись - тощий гриф над страною кружит!
Лес - обитель твою - по весне навести!
Слышишь - гулко земля под ногами дрожит?
Видишь - плотный туман над полями лежит? -
Это росы вскипают от ненависти!

Ненависть - в почках набухших томится,
Ненависть - в нас затаенно бурлит,
Ненависть - потом сквозь кожу сочится,
Головы наши палит!

Погляди - что за рыжие пятна в реке,-
Зло решило порядок в стране навести.
Рукоятки мечей холодеют в руке,
И отчаянье бьется, как птица, в виске,
И заходится сердце от ненависти!

Ненависть - юным уродует лица,
Ненависть - просится из берегов,
Ненависть - жаждет и хочет напиться
Черною кровью врагов!

Да, нас ненависть в плен захватила сейчас,
Но не злоба нас будет из плена вести.
Не слепая, не черная ненависть в нас,-
Свежий ветер нам высушит слезы у глаз
Справедливой и подлинной ненависти!

Ненависть - пей, переполнена чаша!
Ненависть - требует выхода, ждет.
Но благородная ненависть наша
Рядом с любовью живет!

1975

Μπαλάντα για το μίσος

Βιάσου! Ξερακιανός γυπαετός στριφογυρίζει,
Ο μαύρος ουρανός, μας απειλεί, ίσως…
Ακούς πως η γη απ’ τον πόνο μουγκρίζει;
Βλέπεις, στους αγρούς η ομίχλη πρήζει;
Εκεί η δρόσος βράζει απ’ το μίσος.

Μίσος μες στα μπουμπούκια ωριμάζει,
Στον αέρα το μίσος διαρρέει,
Σαν ιδρώτας μες στο δέρμα μας στάζει
Και τα μυαλά μας καίει.

Κοίτα, τρώει τα πάντα η σκουριά βουβή
Και στο μίσος βουλιάζει η χώρα σαν νήσος.
Το κακό επιβάλλει την τάξη στη γη στραβή,
Η απόγνωση χτυπιέται σαν πουλί στο κλουβί
Και καλπάζει η καρδιά από το μίσος.

Το μίσος για ψυχές τον νέων, τοξίνη.
Το μίσος ξεχειλίζει σαν ποτάμι έξω φρενών.
Το μίσος διψάει και θέλει να πίνει
Το μαύρο αίμα των εχθρών.

Ίσως ήμαστε του μίσος το τρόπαιο σαχλό,
Μα η κακία δεν είναι το πιο δεινό.
Το μίσος μας δεν είναι τυφλό.
Ο κρύος άνεμος δροσίζει το φλογερό μυαλό.
Είναι το μίσος μας δίκαιο κι αληθινό!

Το μίσος, σαν με χαλάζι κυκλώνας.
Το μίσος με την οργή συζεί,
Αλλά το μίσος το ευγενικό, το δικό μας,
Δίπλα στην αγάπη ζει!

1975 (2015)

 


 

Было так - я любил и страдал.

Было так - я любил и страдал.
Было так - я о ней лишь мечтал.
Я ее видел тайно во сне
Амазонкой на белом коне.

Что мне была вся мудрость скучных книг,
Когда к следам ее губами мог припасть я!
Что с вами было, королева грез моих?
Что с вами стало, мое призрачное счастье?

Наши души купались в весне,
Плыли головы наши в огне.
И печаль, с ней и боль - далеки,
И казалось - не будет тоски.

Ну а теперь - хоть саван ей готовь, -
Смеюсь сквозь слезы я и плачу без причины.
Вам вечным холодом и льдом сковало кровь
От страха жить и от предчувствия кончины.

Понял я - больше песен не петь,
Понял я - больше снов не смотреть.
Дни тянулись с ней нитями лжи,
С нею были одни миражи.

Я жгу остатки праздничных одежд,
Я струны рву, освобождаясь от дурмана, -
Мне не служить рабом у призрачных надежд,
Не поклоняться больше идолам обмана

1968

Κάποτε την αγαπούσα και υπέφερα

Κάποτε την αγαπούσα και υπέφερα
Тη μορφή της στην καρδιά μου μετέφερα
Την έβλεπα στον ύπνο μου στην αγκαλιά
Πως κόβουμε βόλτες στην ακρογιαλιά.

Ήσουν το πιο πολύτιμο των λαφύρων,
Έγινες η μεγαλύτερη μου δυστυχία!
Τι πάθατε βασίλισσα μου των ονείρων;
Τι γίνατε εφήμερή μου ευτυχία;

Οι ψυχές μας λούζονταν στην άνοιξη
Κι οι σκέψεις μας έπλεαν μες στη φωτιά,
Μαζί μας ήταν η χαρά και η κατάνυξη, \
Ενώ η θλίψη κι ο πόνος πολύ μακριά.

Τώρα κατανοώ, ήταν πρόσκαιρο ψέμα
Και τον δεσμό μας κόβω:
Μέσα στις φλέβες σας πάγωσε το αίμα
Απ’ της ζωής το φόβο.

Κατάλαβα πως τέλειωσε του έρωτα η μελωδία,
Πως λύθηκε και βούλιαξε η δική μας σχεδία.
Είχε ψεγάδια αυτός ο νταλγκάς
Ήταν δεμένα όλα με τα νήματα ψευτιάς.

Δεν θέλω σύντροφο από το κλαμπ των μοιχαλίδων
Και κόβω τις χορδές τ’ ονειροπόλου.
Δεν γίνομαι λακές των φρούδων ελπίδων,
Δεν υποκλίνομαι στα είδωλα του δόλου.

1968 (2015)

 


 

Иноходец

Я скачу, но я скачу иначе, —
По камням, по лужам, по росе.
Бег мой назван иноходью — значит:
По-другому, то есть — не как все.

Мне набили раны на спине,
Я дрожу боками у воды.
Я согласен бегать в табуне —
Но не под седлом и без узды!

Мне сегодня предстоит бороться, —
Скачки! — я сегодня фаворит.
Знаю, ставят все на иноходца, —
Но не я — жокей на мне хрипит!

Он вонзает шпоры в ребра мне,
Зубоскалят первые ряды...
Я согласен бегать в табуне,
Но не под седлом и без узды!

Нет, не будут золотыми горы —
Я последним цель пересеку:
Я ему припомню эти шпоры —
Засбою, отстану на скаку!..

Колокол! Жокей мой "на коне" —
Он смеется в предвкушенье мзды.
Ох, как я бы бегал в табуне, —
Но не под седлом и без узды!

Что со мной, что делаю, как смею —
Потакаю своему врагу!
Я собою просто не владею —
Я прийти не первым не могу!

Что же делать? Остается мне —
Вышвырнуть жокея моего
И бежать, как будто в табуне, —
Под седлом, в узде, но — без него!

Я пришел, а он в хвосте плетется —
По камням, по лужам, по росе...
Я впервые не был иноходцем —
Я стремился выиграть, как все!

1970

Άλογο που τρέχει ραβάνι

Εγώ καλπάζω, αλλά καλπάζω διαφορετικά,
Και γεμίζω του αφεντικού το πορτοφόλι,
Με πλαγιοτροχασμό το τρέξιμό μου στα ιπποδρομικά,
Δηλαδή αλλιώτικα, όχι όπως όλοι.

Πληγές γεμάτες η ράχη μου, τα σκέλη,
Σαν ψάρι πιάνομαι στ’ αγκίστρι.
Συμφωνώ να τρέχω, μα με αγέλη,
Χωρίς σέλλα και δίχως καπίστρι!

Σκληρό αγώνα έχω, όχι σεργιάνι.
Κούρσες! Είμαι σήμερα ο ευνοούμενος.
Ποντάρουν όλοι σ’ άλογο που τρέχει ραβάνι
Και χαμογελάει ο αναβάτης μου χαζοχαρούμενος!

Μου καρφώνει των σπιρουνιών τα βέλη,
Κάνοντας νταηλίκι μπροστά στο κοινό…
Μ’ αρέσει να τρέχω, μα με αγέλη,
Χωρίς σέλλα και δίχως χαλινό!

Όχι, δε θα τρώει με τα χρυσά κουτάλια,
Στο τέρμα θα ‘ρθω τελευταίος,
Θα θυμηθεί τις βουρδουλιές του στα καπούλια,
Θα μείνω πίσω, θα σέρνομαι σαν νυσταλέος

Τον αναβάτη μου θα κάνω κουρέλι,
Για πάντα θα θυμάται αυτό το εξευτελισμό.
Αχ! Πως θα έτρεχα με την αγέλη,
Μα χωρίς σέλλα και δίχως χαλινό!

Τι έπαθα! Την ήττα μου δεν μπορώ να σκηνοθετώ,
Βοηθάω τον εχθρό μου βδελυρό!
Τον εαυτό μου δεν είμαι ικανός να συγκρατώ
Και να μην έρθω πρώτος δεν μπορώ!

Τι να κάνω; Αποφασίζω εν τέλει:
Να ρίξω χάμου τον αναβάτη μου δίχως παρντόν
Και να τρέχω σαν να είμαι σε αγέλη,
Με σέλλα, χαλινό, αλλά χωρίς αυτόν!

Εκείνος πίσω σέρνεται… Δικό μου το στεφάνι!
Ουρλιάζει το πλήθος το ιπποδρομικό,
Για πρώτη φορά δεν έτρεχα ραβάνι
Και επιδίωξα όπως όλοι να νικώ!

1970 (2015)

 


 

Спасите наши души!

Уходим под воду
В нейтральной воде.
Мы можем по году
Плевать на погоду,
А если накроют -
Локаторы взвоют
О нашей беде:

Спасите наши души!
Мы бредим от удушья.
Спасите наши души,
Спешите к нам!
Услышьте нас на суше -
Наш SOS все глуше, глуше,
И ужас режет души
напополам!

И рвутся аорты,
Но наверх - не сметь!
Там слева по борту,
Там справа по борту,
Там прямо по ходу
Мешает проходу
Рогатая смерть!

Но здесь мы на воле -
Ведь это наш мир!
Свихнулись мы, что ли -
Всплывать в минном поле?!
- А ну, без истерик!
Мы врежемся в берег!-
Сказал командир.

Всплывем на рассвете -
Приказ есть приказ.
Погибнуть в отсвете -
Уж лучше при свете!
Наш путь не отмечен.
Нам нечем... Нам нечем!..
Но помните нас!

Вот вышли наверх мы,
Но выхода нет!
Ход полный на верфи,
Натянуты нервы.
Конец всем печалям,
Концам и началам -
Мы рвемся к причалам
Заместо торпед!

1967
SOS

Κινούμαστε βαθιά
Μέσα στα εχθρικά νερά,
Και ξαφνικά βόμβα-γροθιά:
Το πλοίο του πολέμιου
Μας καθηλώνει
Και ο συναγερμός ανακοινώνει
Για την μεγάλη συμφορά:

Σώστε τις ψυχές μας!
Παραληρούμε απ’ την ασφυξία.
Εκλιπαρούμε, σώστε τις ψυχές μας!
Επειγόντως κι απευθείας!
Το υποβρύχιο μες στου εχθρού περιοχές
Εξαντλημένες η σωματικές μας αντοχές
Κι ο τρόμος κόβει τις ψυχές
Εξ ημισείας!

Και σκάζουν αορτές,
Αλλά επάνω περιμένει νεκροφόρος
Εκεί, απ’ την αριστερή πλευρά
Κι απ’ την δεξιά πλευρά,
Και την κίνηση ίσια
Επιστατεί αετίσια
Ο χάρος κερασφόρος!

Τραγικό της ζωής το στάδιο,
Η θάλασσα ο οίκος μας τιτάνιος.
Απλό και ανορθόδοξο το σχέδιο,
Μέσα στο ναρκοπέδιο
Δεν αναδύω!
Θα σφηνωθούμε στου εχθρού το ναυπηγείο,
Είπε ο καπετάνιος.

Αναδύομε κατά την αυγή,
Η κατανόηση ανωτέρα διαταγή,
Ο λυτρωμός θα ‘ρθει με στη σιγή,
Όταν το υποβρύχιο θα εκραγεί
Αναζητώντας το στόχο
Στο ακροθαλάσσι ζωοδόχο.
Εκεί η ζωή θα βγάζει την οργή.

Ενώπιον του Κύριου η απολογία.
Εμπρός! Ν’ ανοίξουμε της κόλασης την πύλη,
Ολοταχώς πάνω στα ναυπηγεία
Δίχως να έχουμε ανάγκη πλοηγία.
Τέρμα της θλίψης τα τέρατα,
Τέλος στις ενάρξεις και τα πέρατα.
Ορμάει το υποβρύχιο-αγκύλι
Στην προκυμαία αντί για τορπίλη!

1967 (2015)

 


 

Звёзды

Мне этот бой не забыть нипочем,
Смеpтью пpопитан воздух,
А с небосклона бесшумным дождем
Падали звезды.

Вон снова упала, и я загадал:
"Выйти живым из боя!"
Так свою жизнь я поспешно связал
С глупой звездою.

Я уж pешил : миновала беда,
И удалось отвеpтеться,
Но с неба свалилась шальная звезда
Пpямо под сеpдце.

Нам говоpили:"Нужна высота,
И не жалеть патpоны!"
Вон покатилась втоpая звезда
Вам на погоны.

Звезд этих в небе как pыбы в пpудах
Хватит на всех с лихвою.
Если б не на смеpть, ходил бы тогда
Тоже геpоем.

 Я бы звезду эту сыну отдал,
Пpосто, на память.
В небе висит, пpопадает звезда:
Некуда падать.

1964
Τα άστρα

Σε λίγο η επίθεση, κάνω την προσευχή,
Με θάνατο εμποτισμένος ο αέρας,
Κι απ’ τα ουράνια, σαν αθόρυβη βροχή
Έπεφταν τ’ άστρα του εσπέρας.

Να! έπεσε ξανά, κι εγώ βάζω στο νου,
Να βγω ζωντανός από τη μάχη.
Έτσι έδεσα της ζωής το ρου,
Με του ανόητου άστρου την τύχη.

Μας είπαν «Θάνατος ή το ύψωμα!»,
«Ξοδεύετε δίχως φειδώ τις βολίδες».
Να! κύλισε δεύτερο άστρο με χρύσωμα,
Πάνω στις επωμίδες.

Σκέφτηκα πως απέφυγα το νεκροκέρι,
Και θα δω τα παιδιά μου…
Ενώ απ’ τα ουράνια έπεσε αδέσποτο αστέρι,
Ακριβώς στην καρδιά μου.

Άστρα τόσα πολλά, σαν στη λίμνη ψάρια,
Κι έτυχε ένα να πιάσω.
Απ’ το άστρο αυτό στον τάφο μου,
Από μολυβιού γραμμάρια,
Τη ζωή μου θα χάσω.

Στο άστρο αυτό έρχονται τα δικά μου παιδιά,
Αυτό μου καλοφαίνεται,
Και χαίρομαι που στην καρδιά τους έχω θέση,
Ενώ το άστρο μου, στον ουρανό ακόμη κρέμεται,
Δεν έχει που να πέσει.

1964 (2015)

 


 

 

Нет прохода и давно
В мире от нахалов, -
Мразь и серость пьют вино
Из чужих бокалов.
В. Высоцкий






Подымайте руки, в урны суйте
Бюллетени, даже не читав, —
Голосуйте, суки! Голосуйте!
Только, чур, меня не приплюсуйте:
Я не разделяю ваш Устав!


 

Τετράστιχα

Σαν κολλιτσίδα οι θρασείς,
τους υπερπαράγουν του κόσμου τα εκκολαπτήρια.
Τα καθάρματα και οι μετριότητες πίνουν κρασί,
απ’ τα ξένα ποτήρια.

? (2017)

 

Σηκώστε τα χέρια σας, στην κάλπη χώστε
Τα ψηφοδέλτια, ασκώντας το δικαίωμα σας μιασματικό,
Ψηφήστε ηλίθιοι! Σταυρώστε!
Μόνο απ’ το παλιόσπιτό σας με ξεσπιτώστε,
Εγώ δε συμφωνώ με το δικό σας καταστατικό!

? (2017)