HOME

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ


 

Αλεξάντρ Πούσκιν

1799 – 1837

       Ο Πούσκιν ήταν για όλους τους ποιητές σαν μια ποιητική φλόγα που έπεσε απ’ τα ουράνια και από την οποία σαν κεράκια άναψαν άλλοι αυτοφυείς ποιητές. Γύρω του διαμορφώθηκε ολόκληρος αστερισμός.

Νικολάι Γκόγκολ

 

Στην
Το μοναχικό φύλλο
Κάποτε
Στον ποιητή
Μνημείο
Μισομυλόρδος και μεταπράτης
Ο βίος του στιχοπλόκου
Μελαγχολία
Στην Ελληνίδα
Ελευθερία
Αποσπάσματα
Ανάμνηση
Στην εχθρική Ευρώπη
Ω! Πόσο σε λατρεύω

 


 

К ***

Я помню чудное мгновенье:
Передо мной явилась ты,
Как мимолётное виденье,
Как гений чистой красоты.

В томленьях грусти безнадежной,
В тревогах шумной суеты,
Звучал мне долго голос нежный
И снились милые черты.

Шли годы. Бурь порыв мятежный
Рассеял прежние мечты,
И я забыл твой голос нежный,
Твои небесные черты.

В глуши, во мраке заточенья
Тянулись тихо дни мои
Без божества, без вдохновенья,
Без слез, без жизни, без любви.

Душе настало пробужденье:
И вот опять явилась ты,
Как мимолётное виденье,
Как гений чистой красоты.

И сердце бьётся в упоенье,
И для него воскресли вновь
И божество, и вдохновенье,
И жизнь, и слезы, и любовь.

 1825

Στην *

Θυμάμαι τη μοναδική στιγμή,
Μπροστά μου εμφανίστηκες εσύ,
Σαν πρόσκαιρη και φευγαλέα οπτασία,.
Σαν σύμβολο της ομορφιάς της πιο αγνής.

Μέσα στα βάσανα της άνελπης μελαγχολίας,
Μέσα στη ματαιότητα της αγωνίας,
Πολλές φορές ηχούσε η γλυκιά φωνή σου,
Κι ονειρευόμουν την αγγελική μορφή σου.

Περνούσαν χρόνια, και της ζωής η μπόρα
Διασκόρπισε τα όνειρα τ’ απατηλά κι ελπιδοφόρα,
Και ξέχασα και τη γλυκιά φωνή σου,
Και την αγγελική μορφή σου.

Στης εξορίας το σκοτάδι το απόμερο,
Οι μέρες μου κυλούσαν χωρίς να καρδιοχτυπώ,
Δίχως θεότητα και χωρίς μούσα,
Χωρίς να κλαίω, να γελώ και ν’ αγαπώ.

Μετά ήρθε το ξύπνημα
Και πάλιν εμφανίστηκες εσύ,
Σαν πρόσκαιρη και φευγαλέα οπτασία
Σαν σύμβολο της ομορφιάς της πιο αγνής.

Έγινε η καρδιά μου έξαλλη απ’ τη χαρά,
Και γι’ αυτήν εζωντανέψανε ξανά,
Και η θεότητα , και η αγάπη, και η ζωή
Με όλα της τα καλά και τα δεινά

 

 


 

Я пережил свои желанья,
Я разлюбил свои мечты;
Остались мне одни страданья,
Плоды сердечной пустоты.

Под бурями судьбы жестокой
Увял цветущий мой венец -
Живу печальный, одинокий,
И жду: придёт ли мой конец?

Так, поздним хладом пораженный,
Как бури слышен зимний свист,
Один - на ветке обнаженной
Трепещет запоздалый лист!..

 

Το μοναχικό φύλλο

Επέζησα μες απ’ τους άσβηστους καημούς
Και έπαψα ν’ αγαπώ τα όνειρά μου,
Πότε χαιρόμουν και γελούσα ξέχασα
Μονάχα έμειναν τα βάσανά μου.

Κατ’ απ’ τις θύελλες της μοίρας της σκληρής,
Μαράθηκε το ανθισμένο μου στεφάνι,
Ζω απομονωμένος, θλιβερός,
Και καρτερώ: θα ‘ρθει ο λυτρωμός;

Έτσι από το ψύχος χτυπημένο,
Όταν η χειμωνιάτικη η θύελλα οργιάζει,
Σ’ ένα λιανό, μικρό κλαδί,
Μοναχικό το φύλλο τρεμουλιάζει.

 

 

 


 

Я вас любил: любовь ещё, быть может,
В душе моей угасла не совсем;
Но пусть она вас больше не тревожит;
Я не хочу печалить вас ничем.

Я вас любил безмолвно, безнадежно,
То робостью, то ревностью томим;
Я вас любил так искренно, так нежно,
Как дай вам Бог любимой быть другим.

 

Κάποτε

Ήμουν ερωτευμένος κάποτε μαζί σου,
Και να το πω ειλικρινά, ακόμα σ’ αγαπώ,
Αλλά ας μη σ’ απασχολεί πλέον αυτό,
Αφού δεν πρόκειται πια να σε ενοχλώ.

Εγώ σε λάτρευα σιωπηλά, παρθενικά,
Γοητευμένος από το δικό σου κάλλος.
Εγώ σε αγαπούσα άδολα και τόσο στοργικά,
Έτσι, ώστε να δώσει ο Θεός, να σ’ αγαπήσει κάποιος άλλος.

 

 

 


 

Поэту

Поэт! Не дорожи любовию народной.
Восторженных похвал пройдет минутный шум;
Услышишь суд глупца и смех толпы холодной,
Но ты останься твёрд, спокоен и угрюм.

Ты царь: живи один. Дорогою свободной
Иди, куда влечет тебя свободный ум,
Усовершенствуя плоды любимых дум,
Не требуя наград за подвиг благородный.

Они в самом тебе. Ты сам свой высший суд;
Всех строже оценить умеешь ты свой труд.
Ты им доволен ли, взыскательный художник?

Доволен? Так пускай толпа его бранит
И плюет на алтарь, где твой огонь горит,
И в детской резвости колеблет твой треножник.

1830

Στον ποιητή

Μην εκτιμάς του κόσμου την αγάπη, ποιητή!
Εκστατικών εγκωμίων ο θόρυβος αμέσως θα περάσει.
Θ’ ακούς την κρίση του ανόητου, το γέλασμα του πλήθους απαθές,
Όμως εσύ να μείνεις ήρεμος, και ο Θεός θα σε φυλάξει.

Να ζεις μοναχικός σαν βασιλιάς. Βάστα το δρόμο τον ελεύθερο,
Εκεί που σε τραβά το δημιουργικό σου πνεύμα.
Και τελειοποιώντας τους καρπούς των σκέψεων ενδόμυχων,
Να μη ζητάς ανταμοιβή για το πολύτιμό σου έργο.

Ο ίδιος είσαι ο ανώτατος κριτής και της αλήθειας ο επιτετραμμένος.
Μπορείς να εκτιμάς πιό δίκαια απ’ όλους το δικό σου έργο.
Εις ’ευχαριστημένος άραγε, φίλε μου καλλιτέχνη αυστηρέ;

Είσαι! Τότε ας βρίζει το έργο σου ο όχλος μανιασμένος,
Ας ιεροσυλεί πάνω στον ιερόν σου , ας νοθεύει
Και με παιδιάστικη του ζωηράδα το θρόνο σου ας ταλαντεύει.

 

 


 

                                          Exegi monumentum*
Я памятник себе воздвиг нерукотворный,
К нему не зарастёт народная тропа,
Вознесся выше он главою непокорной
Александрийского столпа.

Нет, весь я не умру - душа в заветной лире
Мой прах переживет и тленья убежит -
И славен буду я, доколь в подлунном мире
Жив будет хоть один пиит.

Слух обо мне пройдет по всей Руси великой,
И назовёт меня всяк сущий в ней язык,
И гордый внук славян, и финн, и ныне дикой
Тунгус, и друг степей калмык.

И долго буду тем любезен я народу,
Что чувства добрые я лирой пробуждал,
Что в мой жестокий век восславил я Свободу
И милость к падшим призывал.

Веленью Божию, о муза, будь послушна,
Обиды не страшась, не требуя венца,
Хвалу и клевету приемли равнодушно
И не оспаривай глупца.

 

  Μνημείο

                                              Exegi monumentum*
Στον εαυτό μου ανόρθωσα αχειροποίητο μνημείο,
Εκεί δεν πρόκειται να δεις το μονοπάτι το λαϊκό χορταριασμένο.
Με την κορφή του ανυπότακτη υψώθηκε πάνω απ’ τον
Όλυμπο συννεφοσκεπασμένο.

Όχι, ολότελα δε θα πεθάνω! Το πνεύμα μου ποιητικό
Τη στάχτη μου θα επιζεί, τη σήψη θα διαφύγει,
Και δοξασμένος θα ’μαι , ως που στη γη
Έστω και ένας ποιητής θα ζει.

Η φήμη η γοργόφτερη για μένα θα περνά απ’ όλη τη Ρωσία,
Και τ’ όνομά μου θα γνωρίζει ο καθένας :
Των Σλάβων το περήφανο παιδί, ο Τάταρος αγέλαστος
Και ο βουνίσιος ο Τσετσένος.

Και για πολύ καιρό θα είμαι λατρευτός απ’ το λαό μου,
Γιατί αισθήματα βαθιά με την ποιητική μου λύρα προκαλούσα,
Γιατί στον άκαρδο αιώνα μας υμνούσα την Ελευθεριά
Και έλεος για τους αμαρτωλούς καλούσα.

Στην προσταγή του Παντοδύναμου, ω! μούσα μου, να υπακούς,
Να μην αφήνεις τους άκακους στη λάκκα,
Με απάθεια να δεχθείς το έπαινο, τη διαβολή
Και μην αμφισβητείς τον βλάκα.

 

 


 

 

Полу-милорд, полу-купец,
Полу-мудрец, полу-невежда,
Полу-подлец, но есть надежда,
Что будет полным наконец.

1824
  * * *

Μισομυλόρδος και μεταπράτης με νοθευμένη ζυγαριά,
Πολύ ανίδεος και λίγο μορφωμένος.
Μισοπαλιάνθρωπος, όμως μπορώ να πω με σιγουριά,
Πως τελικά θα γίνει ολοκληρωμένος.

 

 

 


 

 

История стихотворца

Внимает он привычным ухом
          Свист;
Марает он единым духом
          Лист;
Потом всему терзает свету
          Слух;
Потом печатает - и в Лету
          Бух!

1819

Ο βίος του στιχοπλόκου

Λιγάκι διάβασμα, μια στάλα σκέψη, το γράψιμο
               Πάνω απ’ όλα.
Με λέπρα του μυαλού του γέμισε
               Την κόλλα.
Μετά παίρνει τ’ αυτιά του κόσμου, και παρεξηγημένος
               Θίγεται.
Μετά τυπώνει τα γραπτά του και στη Λήθη
               Πνίγεται.

 

 


 

 

На холмах Грузии лежит ночная мгла;
Шумит Арагва предо мною.
Мне грустно и легко; печаль моя светла;
Печаль моя полна тобою,
Тобой, одной тобой... Унынья моего
Ничто не мучит, не тревожит,
И сердце вновь горит и любит — оттого,
Что не любить оно не может.
Μελαγχολία

Στης Γεωργίας τα βουνά κείται η καταχνιά
Μπροστά μου η Αράγκβη θορυβεί απεγνωσμένα,
Είμαι περίλυπος με θλίψη ελαφριά,
Η θλίψη μου ολόγιομη με σένα.
Μελαγχολώ με λύπη γαληνή,
Αυτό διόλου δε με βασανίζει,
Και η καρδιά μου αγαπά, πονεί,
Γιατί, χωρίς λαχτάρα, δεν μπορεί να ζει.

 

 

 


 

 

            Στην Ελληνίδα
              (απόσπασμα)

Γεννήθηκες να αναφλέγεις
Τη φαντασία αχαλίνωτη των ποιητών,
Να την ταράζεις και μαγεύεις
Με την φιλόφρονη ζωντάνια των χαιρετισμών,
Με της κουβέντας τη γλυκιά παραξενια
Και των ματιών την τσαχπινιά
Με του ποδιού τη γύμνια άσεμνη
Γεννήθηκες να προξενείς τη φλογερή τρυφή
Και να γεμίζεις αγαλλίαση τα πάθη.

 

 


 

 

               Ελευθερία
              (απόσπασμα)

Τύραννε, εγκληματία, σε μισώ!
Τα έργα σου αποκηρύσσω,
Το θάνατό σου, το προσμένω
Και με σκληρή χαρά θα το κηρύσσω.
Στο μέτωπό σου βλέπουν οι λαοί
Το στίγμα της κατάρας και της σήψης.
Είσαι η φρίκη της γενιάς, ντροπή της πλάσης,
Είσαι μομφή για τον Θεό στη γη.

 


 

 

            Αποσπάσματα

Ντρέπονται την αγάπη και τη σκέψη διώχνουν
Και τον αδύναμο εκμεταλλεύονται ωμά,
Απ' τους ασήμαντους κατασκευάζουν είδωλα
Και θέλουν μόνο χρήμα και δεσμά.

*   *   *

Η καρδιά μου ονειρεύεται το μέλλον,
η 'μέρα η σημερινή είναι βαρύθυμη και ανιαρή,
ασύλληπτη και φευγαλέα η στιγμή…
μόνο τα περασμένα προξενούν την ηδονή.

*   *   *

Μες στο μυαλό στριφογυρίζει η σκέψη εκλεκτή
Και στο χορό αυτό οι ρίμες συμμετέχουν.
Το χέρι ψάχνει το στυλό, και το στυλό χαρτί.
Λεπτά…και οι στίχοι αβίαστα τρέχουν.

*   *   *

Όσο λιγότερα τη γυναίκα αγαπάς,
Τόσο πιο εύκολα της αρέσεις,
Και τόσο λιγότερο θα ιδροκοπάς
Για να την παρασέρνεις σε συνευρέσεις.

 

 

 


 

 

Когда для смертного умолкнет шумный день
И на немые стогны града
Полупрозрачная наляжет ночи тень
И сон, дневных трудов награда,
В то время для меня влачатся в тишине
Часы томительного бденья:
В бездействии ночном живей горят во мне
Змеи сердечной угрызенья;
Мечты кипят; в уме, подавленном тоской,
Теснится тяжких дум избыток;
Воспоминание безмолвно предо мной
Свой длинный развивает свиток;
И с отвращением читая жизнь мою,
Я трепещу и проклинаю,
И горько жалуюсь, и горько слезы лью,
Но строк печальных не смываю.
Ανάμνηση

Όταν για τον θνητό θα ησυχάζει η αντάρα,
Και πέφτει πάνω στην πόλη βουβή
Το πέπλο ημιδιάφανο που ρίχνει η νύχτα ερωτιάρα,
Μετά ο ύπνος, των κόπων της ημέρας η ανταμοιβή.
Ενώ για μένα έρχονται μες στη σιγή 
Τα φίδια τύψεων που έρπουν στην ψυχή,
Απρόσκλητες οι ώρες αγρυπνίας βασανιστικής,
Μες στην αδράνεια του σώματος, ολονυχτίς. 
Οι σκέψεις βράζουν μέσα στο νου ανήσυχο, 
Στριμώχνονται εικόνες στο μυαλό θολό,
Και η ανάμνηση σιωπηλά μπροστά μου, 
Ανοίγει το δικό της το μακρύ ρολό.
Διαβάζω με αποστροφή τον βίο μου 
Ουρλιάζω, τρέμω και καταριέμαι,
Με πίκρα σκέφτομαι, με πίκρα δάκρυα χύνω,
Αλλά αράδες θλιβερές δε σβήνω.

 


 

Клеветникам России (отрывки)

И ненавидите вы нас...
***
За что ж? ответствуйте: за то ли,
Что на развалинах пылающей Москвы
Мы не признали наглой воли
Того, под кем дрожали вы?
За то ль, что в бездну повалили
Мы тяготеющий над царствами кумир
И нашей кровью искупили
Европы вольность, честь и мир?..
***
Иль нам с Европой спорить ново?
Иль русский от побед отвык?
Иль мало нас? Или от Перми до Тавриды,
От финских хладных скал до пламенной Колхиды,
От потрясенного Кремля
До стен недвижного Китая,
Стальной щетиною сверкая,
Не встанет русская земля?..
Так высылайте ж нам, витии,
Своих озлобленных сынов:
Есть место им в полях России,
Среди нечуждых им гробов.

 

Το πατριωτικό ποίημα-ωδή «Στους εχθρούς (συκοφάντες) της Ρωσίας» ο Πούσκιν έγραψε το 1831 και ως αφορμή ήταν η εξέγερση της Βαρσοβίας ενάντια στη ρωσική αυτοκρατορία. Πρωτεργάτες που καλούσαν την Ευρώπη για νέο πόλεμο κατά της Ρωσίας ήταν οι Γάλλοι. Δεν πέρασαν ούτε είκοσι χρόνια μετά από την εκστρατεία του Ναπολέοντα… Ομολογώ πως δε μου αρέσει και πολύ η λέξη «πατριωτισμός», κι όμως…
Γιατί, άραγε ο μεγάλος ποιητής της Ελευθερίας έγραψε αυτό το ποίημα; Απλά αναρωτιέμαι…
Η σημερινή κατάσταση δίνει τροφή για παραλληλισμούς…



Στην εχθρική Ευρώπη
(απόσπασμα)

..τρέφετε μίσος για μας;

***
Απαντήστε, γιατί; Μήπως διότι
Μέσα στις Μόσχας τα πυρά, ερείπια… φαγοπότι,
Εμείς δε δεχτήκαμε τη βούληση θρασύ
Εκείνου που μπροστά του τρέματε εσείς;
Μήπως γι’ αυτό που κατορθώσαμε
Στο είδωλο της αρπαγής να δείξουμε πυγμή,
Και με το αίμα μας πληρώσαμε
Για της Ευρώπης την ελευθερία και τιμή;…

***
Μήπως πρώτη φορά η Ευρώπη φέρεται εχθρικά;
Σάμπως ο Ρώσος ξέμαθε να νικά;
Είμαστε λίγοι; Απ την ψυχρή Καρέλια ως την ζεστή Κολχίδα,
Απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό ως την Ταυρίδα,
Απ’ την στοργή και την οργή,
Δύναμη και σιγουριά εκπέμποντας
Με σηκωμένες σιδερότριχες λάμποντας,
Δε θα κουνηθεί των Ρώσων η γη;…
Τότε στείλτε κοινοβούλια της κακιάς ώρας,
Τους εξαγριωμένους σας οπλομάχους:
Υπάρχει χώρος στα λιβάδια της χώρας
Ανάμεσα στους όχι ξένους τάφους.

1831 (2015)


 


 

Нет, я не дорожу мятежным наслажденьем,
Восторгом чувственным,
безумством, исступленьем,
Стенаньем, криками вакханки молодой,
Когда, виясь в моих объятиях змиёй,
Порывом пылких ласк и язвою лобзаний
Она торопит миг последних содроганий!

О, как милее ты, смиренница моя!
О, как мучительно тобою счастлив я,
Когда, сколняяся на долгие моленья,
Ты предаёшься мне нежна без упоенья,
Стыдливо-холодна, восторгу моему
Едва ответствуешь, не внемлешь ничему
И оживляешься потом всё боле, боле -
И делишь наконец мой пламень поневоле!

1831
Ω! Πόσο σε λατρεύω

Όχι, δεν εκτιμώ και τόσο της ανυπόταχτης ηδονής τη φορά,
Την έκσταση του ενθουσιασμού,
την τρέλα και την παραφορά,
Της βακχίδας νεαρής των στεναγμών το παιγνίδι,
Όταν στην αγκαλιά μου περιτυλίσσεται σαν φίδι,
Με έξαρση των πλούσιων χαδιών και δηλητήριο φιλιών
Εκείνη επισπεύδει την στιγμή των τελευταίων τρεμουλιών!

Ω! Πόσο σε λατρεύω, γλυκιά μου!
Ω! Πόσο ευτυχισμένος είμαι δίπλα σου ξωτικιά μου!
Όταν υποχωρείς μετά από συνεχείς ικεσίες,
Παραδίδεσαι και είσαι τρυφερή δίχως φαντασίες,
Λίγο ψυχρή από ντροπή μπροστά στον θαυμασμό μου,
Μόλις ανταποδίδεις, νιώθοντας τον βρασμό μου
Και ζωηρεύεις μετά περισσότερο, ύστερα πιο πολύ…
Και επιτέλους άθελα μοιράζεσαι την φλόγα μου την τρελή!

1831 (2016)