HOME

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ


 

Νικολάι Νεκράσοφ

1821 – 1878

       Η έμπνευση, η ποιητική ορμή, που χαρακτηρίζει και τα πιο ασήμαντα του στιχουργήματα, είναι τόσο δυνατή, ώστε αναγκάζεται κανείς να δεχτεί και τις πτώσεις του ύφους του σε συστατικό του συνόλου. Για τη δυναμικότητα και την πρωτοτυπία του, ο Νεκράσοφ είναι άξιος να τοποθετηθεί στην πρώτη σειρά Ρώσων ποιητών...

Ντμίτρι Μίρσκι

 

Αγαπώ
Η αδικία
Στον ποιητή
Κακό τραγούδι

 

 


 

Я за то глубоко презираю себя,
Что живу - день за днем бесполезно губя;

Что я, силы своей не пытав ни на чем,
Осудил сам себя беспощадным судом

И, лениво твердя: я ничтожен, я слаб! -
Добровольно всю жизнь пресмыкался как раб;

Что, доживши кой-как до тридцатой весны,
Не скопил я себе хоть богатой казны,

Чтоб глупцы у моих пресмыкалися ног,
Да и умник подчас позавидовать мог!

Я за то глубоко презираю себя,
Что потратил свой век, никого не любя,

Что любить я хочу... что люблю я весь мир,
А брожу дикарё - бесприютен и сир,

И что злоба во мне и сильна и дика,
А хватаюсь за нож - замирает рука!

 

Αγαπώ

Τον εαυτό μου βάναυσα περιφρονώ,
Γιατί τις μέρες μου ανώφελα περνώ,

Γιατί τις ικανότητές μου δεν έχω δοκιμάσει πουθενά,
Και καταδίκασα τον εαυτό μου ανελέητα, στυγνά.

Όλο τα ίδια κοπανώντας: είμαι αδύναμος, δειλός!
Σαν σκλάβος όλη τη ζωή σερνόμουν οικειοθελώς.

Γιατί, φτάνοντας στα τριάντα μου όπως όπως
Και ούτε καν λεφτά εμάζεψα ακόπως,

Να σέρνονται γονατιστά στα πόδια μου οι βλάκες,
Και να ζηλεύουν άγρια ακόμα και οι πλουτοκράτες.

Τον εαυτό μου βάναυσα περιφρονώ,
Γιατί κανένα δεν αγάπησα και τη ζωή μου σπαταλώ,

Γιατί έχω ανάγκη ν’ αγαπώ..., γιατί λατρεύω όλες τις ψυχές,
Όμως περιπλανιέμαι σαν ένα αγρίμι δυστυχές.

Γιατί μέσα μου έχω μίσος ανεξήγητο και φοβερό,
Αλλά όταν αρπάζω το μαχαίρι, νεκρώνει το χέρι...

1846

 

 


 

Блажен незлобивый поэт,
В ком мало желчи, много чувства:
Ему так искренен привет
Друзей спокойного искусства;

Ему сочувствие в толпе,
Как ропот воли, ласкает ухо;
Он чужд сомнения в себе -
Сей пытки творческого духа;

Любя беспечность и покой,
Гнушаясь дерзкою сатирой,
Он прочно властвует толпой
С своей миролюбивой лирой.

Дивясь великому уму,
Его не гонят, не злословят,
И современники ему
При жизни памятник готовят...

Но нет пощады у судьбы
Тому, чей благородный гений
Стал обличителем толпы,
Её страстей и заблуждений.

Питая ненавистью грудь,
Уста вооружив сатирой,
Проходит он тернистый путь
С своей карающею лирой.

Его преследуют хулы:
Он ловит звуки одобренья
Не в сладком ропоте хвалы,
А в диких криках озлобленья.

И веря и не веря вновь
Мечте высокого призванья,
Он проповедует любовь
Враждебным словом отрицанья, -

И каждый звук его речей
Плодит ему врагов суровых,
И умных и пустых людей.
Равно клеймить его готовых.

Со всех сторон его клянут,
И, только труп его увидя,
Как много сделал он, поймут,
и как любил он - ненавидя!

В день смерти Гоголя
21 февраля 1852 г.

 Η αδικία

Μακάριος ο άκακος και πράος στιχουργός,
Που έχει λιγοστή χολή και άφθονες αισθήσεις,
Ειλικρινά κι ολόψυχα τον αγαπούν,
Οι οπαδοί της λυρικής ποιήσης.

Και η συμπάθεια του κόσμου ζωηρή
Επιτυχίας βέβαιης αποτελεί κριτήριο.
Αυτός δεν ξέρει τι είναι αμφιβολία,
Που είναι του λαμπρού πνεύματος, το μαρτύριο.

Εκείνος αγαπά την ψυχική γαλήνη,
Και απεχθάνεται τη σάτιρα την κακομοίρα,
Πάνω σε πλήθος σταθερά κυριαρχεί,
Με την νανουριστική του λύρα.

Θαυμάζοντας τη διάνοια του τη μεγάλη,
Δεν τον κακολογούν, και δεν τον καυτηριάζουν,
Αντίθετα οι σύγχρονοι γι’ αυτόν,
Ακόμα κι όταν ζει, ανδριάντα του ετοιμάζουν.

Όμως δεν έχει έλεος η μοίρα για εκείνον,
Πού τ’ αληθινό του το δαιμόνιο,
Τρόμος και στηλιτευτής έγινε
Του όχλου των παθών και πλανών των αιώνιων.

Με μίσος την καρδιά του τρέφοντας,
Και με την σάτιρα οπλίζοντας τα χείλια,
Το δρόμο δύσκολο και επικίνδυνο κρατά,
Με τη διώκτριά του λύρα.

Πίσω του έπονται οι διασυρμοί,
Όμως αυτός αρπάζει ήχους επιδοκιμασίας,
Όχι στη γλυκερή βοή εγκωμίων,
Αλλά μέσα σε άγριες κραυγές κακίας.

Πιστεύοντας με πάθος άσβηστο,
Σ’ όνειρο αποστολής ευγενικής,
Εκείνος κήρυξε αγάπη και ομόνοια
Με λόγο ρυθμικό της άρνησης της εχθρικής.

Και κάθε λέξη των στίχων του
Δημιουργεί αμείλικτους εχθρούς,
Απ’ έξυπνα και κούφια όντα
Πρόθυμους να προσβάλλουν, μοχθηρούς.

Μόνο όταν το φέρετρο θα δουν,
Όπου νεκρός πια σιωπούσε,
Τότε θα καταλάβουν, πόσα έκανε
Και πως μισώντας αγαπούσε.

Την ημέρα του θανάτου το Γκόγκολ
21 Φεβρουαρίου 1852

 

 


 

Поэту
                                      Памяти Шиллера

Где вы - певцы любви. Свободы мира
И доблести?.. Век крови и меча”!
На трон земли ты посадил банкира,
Провозгласил Героем палача...

Толпа гласит: Певцы не нужны веку!
И нет певцов... Замолкло божество...
О, кто ж теперь напомнит человеку
Высокое призвание его?..

Прости слепцам, художник вдохновенный,
И возвратись!.. Волшебный факел свой,
Погашенный рукою дерзновенной,
Вновь засвети над гибнущей толпой!

Вооружись небесными громами!
Наш падший дух взнеси на высоту,
Чтоб человек не мертвыми очами
Мог созерцать добро и красоту...

Казни корысть, убийство, святотатство!
Сорви венцы с предательских голов.
Увлекших мир с пути любви и братства,
Стяжанного усильями веков,

На путь вражды!.. В его дела и чувства
Гармонию внести лишь можешь ты.
В твоей груди, гонимый жрец искусства,
Трон истины, любви и красоты.

 

Στον ποιητή
                                                         Στη μνήμη του Σίλερ

Πού είστε ’σεις οι αοιδοί της λευτεριάς και της ανδρείας.
Αιώνα — του σπαθιού και αίματος — αφέντη!
Στης γης το θρόνο έβαλες τον τραπεζίτη,
Και κήρυξες τον δήμιο, λεβέντη.

Το πόπολο φωνάζει “Δε θέλουμε τους ποιητές!”
Και αποχώρησαν οι ποιητές... Και έπαψαν να αναδίδουν λυρισμό.
Μα ποιός τώρα στον άνθρωπο θα υπενθυμίσει,
Τον υψηλό του τον προορισμό;

Να συγχωρήσεις τους τυφλούς, ω! καλλιτέχνη εμπνευσμένε,
Και να γυρίσεις!... Το πυρσό σου το μαγικό,
Σβησμένο από χέρι απερίσκεπτο,
Ν’ ανάψεις πάλι πάνω απ’ τον όχλο τραγικό.

Να οπλιστείς με κεραυνούς ουράνιους!
Να ανυψώσεις το κολασμένο πνεύμα μας σ’ όλη την επικράτεια,
Για να μπορεί ο άνθρωπος να παρακολουθεί
Την Ομορφιά, όχι με άψυχα σβησμένα μάτια.

Να ξεριζώσεις το σκοτωμό, την ιεροσυλία, απληστία,
Να αφαιρείς τα στέμματα απ’ τα προδοτικά κεφάλια,
Που τράβηξαν τον κόσμο απ’ το δρόμο της αγάπης,
Στου μίσους και της έχθρας τ’ ακρογιάλια.

Στα έργα, στα αισθήματα του κόσμου
Μόνο εσύ μπορείς να επιφέρεις το δεσμό της αρμονίας.
Μέσα στο στήθος σου είναι ο θρόνος της αλήθειας και ομορφιάς
Αδιάφθορε, διωγμένε ιερέα της καλλιτεχνίας!

 

 


 

 

Рыцарь на час (отрывок)

Покорись, о ничтожное племя!
Неизбежной и горькой судьбе,
Захватило нас трудное время
Неготовыми к трудной борьбе.
Вы еще не в могиле, вы живы,
Но для дела вы мертвы давно,
Суждены вам благие порывы,
Но свершить ничего не дано...
Κακό τραγούδι

Υποτάσου, ω! τιποτένια φυλή
Στην αναπόφευκτη και μαύρη μοίρα.
Σας παραμόρφωσε η αλαζονεία τυφλή
Σε καταστροφική σπείρα.
Ακόμη δεν πεθάνατε, είστε μισοζωντανοί,
Ενώ για κατορθώματα, από καιρό νεκροί.
Για αγαθές προθέσεις, λογοδιάρροια κενή
Και πιθανότητα να πετύχετε, πολύ μικρή.