Το ποίημα του Ιουνίου 2004

Τα ζώα και ο άνθρωπος
        θλιβερό ποίημα

Οι άνθρωποι τρώνε κρέας, 
ενώ εγώ σαν ζώο είμαι χορτοφάγος.

Οι άνθρωποι πίνουν καφέ, μπύρα, Coca-Cola…,
ενώ εγώ σαν ζώο πίνω νερό.

Οι άνθρωποι ψάχνουν καλές παρέες για κουβέντα, 
ενώ εγώ σαν ζώο αγαπώ τη μοναχικότητα και τη σιωπή.

Οι άνθρωποι ακούνε την πολυθόρυβη μουσική,
ενώ εγώ σαν ζώο προτιμώ τους ήχους του δάσους 
και την απλή μουσική της γάργαρης πηγής.

Οι άνθρωποι αγαπάνε τα μακριά ταξίδια 
για να δούνε τις μεγαλουπόλεις του κόσμου,
ενώ εγώ σαν ζώο αρκούμε στο περπάτημα 
μέσα στην άγρια φύση.

Οι άνθρωποι τα βράδια κοιτάζουν τις έγχρωμες τηλεοράσεις, 
ενώ εγώ σαν ζώο αγναντεύω τον ασπρόμαυρο ουρανό και ονειρεύομαι.

Οι άνθρωποι μαζεύονται σε ομάδες, κόμματα, συλλόγους 
για να ικανοποιήσουν τις αμέτρητες ανάγκες τους,
ενώ εγώ σαν ζώο ζω με μερικές φυσικές ανάγκες.

Ο σοφός είπε: "Ο άνθρωπος πλάστηκε ως ζώο, αλλά η άπληστη περιέργεια του,
τον έκανε να πάψει να είναι ζώο. Δηλαδή, ο άνθρωπος έπαψε να είναι άνθρωπος!…"

Ενώ εγώ προτιμώ να είμαι ζώο, δηλαδή … άνθρωπος!

Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

5.05.04

 

Το ποίημα του Ιουλίου 2004

Στην Εποχή μας…

Πολλαπλασιάσαμε τα υπάρχοντά μας, 
                   και μειώσαμε τις αξίες μας.
Μιλάμε πολύ, αγαπάμε σπάνια
                  και μισούμε πιο συχνά.
Μάθαμε πώς να εξασφαλίζουμε τα προς τα ζην,
                  αλλά δεν μάθαμε να ζούμε.
Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, 
                  αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.
Φτάσαμε ως το φεγγάρι, 
                  αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε ένα δρόμο
                  για να συναντήσουμε τον γείτονά μας.
Διασπάσαμε το άτομο,
                  αλλά όχι και τις προκαταλήψεις μας.
Έχουμε υψηλότερα κτίρια, 
                  αλλά και πολύ χαμηλότερες προδιαγραφές.
Πλατύτερους δρόμους,
                  αλλά στενότερες αντιλήψεις.
Ξοδεύουμε πολλά, και έχουμε λίγα.
Αγοράζουμε πολύ, αλλά απολαμβάνουμε λίγο.
Έχουμε μεγαλύτερα σπίτια και μικρότερες οικογένειες,
Περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερο χρόνο.
Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερους λογικούς ανθρώπους,
Περισσότερη γνώση, μα λιγότερη κρίση.
Έχουμε πολλούς ειδήμονες, αλλά και περισσότερα προβλήματα.
Έχουμε πλεόνασμα φαρμάκων, 
                  αλλά έλλειμμα στην ποιότητα της ζωής μας.
Έχουμε υψηλότερα εισοδήματα,
                  αλλά χαμηλότερες ηθικές αξίες.
Ζούμε στην εποχή των υψηλών κερδών
                  και των ρηχών ανθρώπινων σχέσεων.
Υπάρχουν περισσότερα τρόφιμα, 
                  αλλά και χειρότερη διατροφή.
Κτίζουμε πολυτελή σπίτια, 
                  αλλά διαλύουμε την οικογένεια.
Η βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται πλούσια και γεμάτη, 
Η αποθήκη της όμως, είναι έρημη και άδεια.

Πιθανόν να συμφωνείτε με τις διαπιστώσεις αυτές.
Εσείς, όμως, θα αποφασίσετε εάν θα κάνετε κάτι πραγματικά 
για να αλλάξετε τη ζωή σας, 
ή αν απλώς θα γυρίσετε σελίδα.

Αγνώστου (μήπως ξέρετε το όνομα του ποιητή;)

 Το ποίημα του Αυγούστου 2004

  Τυπικά

Πίσω από τα πλατιά χαμόγελα
και τις θερμές χειραψίες
τα φώτα και τα δώρα
που ανταλλάσσουμε στις γιορτές,
Τυπικά.
Στο πλούσιο τραπέζι
με το καλό κρασί
κάνουμε μια πρόποση.
Τυπικά.
Στο νοσοκομείο, στο νεκροταφείο
λουλούδια και ακριβά στεφάνια.
Τυπικά.
Όνειρα και χάδια, φίλια αγκαλιές
σε μια στιγμή χαράς
και όταν τελειώσουν αυτά
υποκριτικά ένα γεια χαρά.
Τυπικά.
Όλα είναι τυπικά μέσα εδώ
στον κόσμο αυτό,
η γέννηση και ο θάνατος
έρωτας με όνειρα, αγάπη
με ημερομηνία λήξης.
Τυπικά.
Κι εμείς κλεισμένοι
πίσω από τη γερή πόρτα
γιατί φοβόμαστε.
Τυπικά.
Τι θα, πουν οι άλλοι και όχι εμείς.
Αυτή είναι η ζωή μας.
Μιζέρια, φτώχια, μοναξιά.
Ουσιαστικά.

Χρήστος Χαλαζιάς

 

Το ποίημα του Σεπτεμβρίου 2004

              Στα παιδιά μου

Μια φορά κι έναν καιρό, σε χρόνια περασμένα,

ένας μπαμπάς παιδάκια μου, ζούσε σαν κι εμένα.

Κι αυτός επήρε μια μαμά, καθώς και τη μαμά σας

και τρία έκαναν παιδιά, που είχαν τ’ όνομά σας.

Και ο μπαμπάς απέθανε με δίχως διαθήκη

και τα παιδιά του έψαχναν να βρούνε χαρτζιλίκι

αλλά δεν βρήκαν τίποτε, παρά χαρτιά γραμμένα,

εφημερίδες μπόλικες, μια κάλπικη δραχμή,

κι έναν σταυρό, καθώς αυτόν, που έδωσε σ’ εμένα

ο κύριος πρωθυπουργός για δόξα και τιμή.

Και τα παιδιά μεγάλωσαν σιγά-σιγά κι εκείνα

και γνώρισαν τους Έλληνες, τον κόσμο, την Αθήνα.

Μα είδαν πώς κοπάνιζαν καβουρδιστόν αέρα

και τότε πια εννόησαν πως είχανε πατέρα,

που ήταν το κεφάλι του γεμάτο από πίτερα,

κι πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Θέλετε κι επιμύθιον, παιδιά μου, να σας πω;

Λυπούμαι που σας γέννησα, γιατί σας αγαπώ.

                                                                      Γεώργιος Σουρής

 

Το ποίημα του Οκτωβρίου 2004

Εσύ!

Εσύ! που ποτέ δεν αναρωτήθηκες, γιατί ήρθες σ’ αυτόν τον κόσμο.
Εσύ! που χαμήλωσες το άβουλό σου βλέμμα στα γήινα και ποτέ δε σήκωσες τα μάτια σου προς τον έναστρο ουρανό.
Εσύ! το καλό παιδί της αποπροσανατολισμένης και σάπιας κοινωνίας.
Εσύ! που τόσο διαστρέβλωσες τη Ζωή, ώστε η Αλήθεια έγινε «ασύμφορη» και «πικρή», ενώ το Ψέμα «αθώο» και «ιερό».
Εσύ! που παραποίησες την ανθρώπινη Ζωή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το Κακό έγινε «αναγκαίο» και η Καλοσύνη «προσποιητή».
Εσύ! ο βουτηγμένος μες στη απληστία της Κατανάλωσης.
Εσύ! ο ονειροπαρμένος από την ματαιόδοξη Εξουσία.
Εσύ! ο αφοσιωμένος στην απατηλή και εφήμερη Δόξα.

Πώς τολμάς να ξεστομίσεις τις μικρές, κοντόφθαλμες και χυδαίες «αλήθειές» σου;

Γιώργος Σοϊλεμεζίδη

 

Το ποίημα του Νοεμβρίου 2004

Όσο μπορείς

 Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στις πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιάνοντας την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντας την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως πού να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ. Καβάφης

 

Το ποίημα του Δεκεμβρίου 2004

Μην τους μιλάτε

Μην τους μιλάτε

αυτοί μας κλέβουν έρωτα
αυτοί μας κλέβουνε τ’ όνειρο
μας κλέβουν καταπράσινες φωνές
κλέβουνε σώμα

αυτοί μας κλέβουν ουρανό
αυτοί κλέβουνε θάλασσα
αυτοί κλέβουν τον ήλιο

πνίγετε τους σ’ ένα πέλαγο σιωπής
μην τους μιλάτε.

Γιώργος Σαράντης

 

Το ποίημα του Ιανουαρίου 2005

 Εσείς... 

Εσείς,
που μόνη φροντίδα σας ήτανε να μου πλέξετε
δίχτυα στα παιδικά μου όνειρα,
να μου διαλέξετε τους πόνους, τα μοιρολόγια και τους θρήνους,
να μου επιβάλετε να δοξάζω τους εφευρέτες της μπαρούτης,
να χαίρομαι για τις ματωμένες ελευθερίες σας
και να καταπίνω μονορούφι το αίμα
και τη ναυτία της Ιστορίας,

Εσείς,
που με υποτάξατε και με κάνατε 
Χριστιανό, Βουδιστή, Μωαμεθανό 
και μου φορέσατε στεφάνι μίσους μεταξύ των θεών, 
των άπειρων θεών,
που με μάθατε να ζω με ενοχές, να γονατίζω, να προσεύχομαι
και να υμνώ το σάπιο πολιτισμό σας,
να μη μπορώ ούτε στιγμή να σκεφτώ;
τι ήρθα να κάνω εδώ,
και πως πρέπει οπωσδήποτε να με φάτε,

Εσείς,
που με πνίξατε σε «ισμούς» και με κατασκοτώσατε
με τις σωτήριες ιδέες,
που στόχος σας είναι η κατασπάραξή μου,
κι ο διωγμός των Ποιητών, των Στοχαστών και των Αγίων,
που την κάθε πολεμική σας συμφορά τη λέτε αρετή και δόξα, 
χωρίς ποτέ, ωστόσο, να φέρουν πίσω οι Αχαιοί 
αυτά που άρπαξαν απ' την ερημωμένη Τροία,
οπού ληστεύετε ακόμα κι αυτά που δώρισε ο Θεός 
(το νερό, τον αέρα, τη φωτιά και τ' όνειρο)
απ' τ ' άσαρκα παιδιά του πεινασμένου κόσμου.

Εσείς,
όπου δε μ' αφήσατε να 'ρθώ
προσκυνητής του Θεϊκού ονείρου
κι ευγενικός εδώ στον ερωτά μου,
που μου λερώσατε το όνομα « Άνθρωπος»
που δε μ' αφήσατε σε ό,τι αγάπησα,
σ' ό,τι ερωτεύθηκα, σ' ό,τι αγκάλιασα
να πω ένα στερνό μου αντίο,
όπου πασχίσατε να με κάνετε υποκριτή,
κακόμοιρο, ύπουλο και δειλό
να μη μπορώ ούτε και να σας φτύσω 
και μια, και δυο, και τρεις 
καταραμένοι νά 'στε...

Γιώργος Κ. Παππάς

 

Το ποίημα του Φεβρουαρίου 2005

Ω! Άνθρωπε!

Ω! Άνθρωπε με κλάμα 
ήρθες στην ζωή.
Γύρω σου γελούσαν
από χαρά πολλοί.

Προσπάθησε και μάθε 
σαν φύγεις απ’ τη γη
να κλαίνε όλοι οι άλλοι
και να γελάς εσύ.

                                                                   Φιλιώ Δημητρακοπούλου

Το ποίημα του Μαρτίου 2005

Της Πίστης οι καμικάζι

Δε είχε χαμπαρίσει την τιμή 
ούτε και την αξία
το τσουνάμι που χτύπησε
την μη Ορθοδοξία.

Ο κρύος ήταν τσουχτερός 
εκείνη την ημέρα,
όταν τα βρομοέργα τους 
βγήκανε στον αέρα.

Εμπόριο ναρκωτικών,
πορνεία, σατανάδες,
κι όλοι όσοι εμπλέκονται
άτιμοι μασκαράδες.

Όλες αυτές οι βρομιές
αν εξεταστούν σε βάθος,
δεν μένει Όρθιο τίποτα
εάν δεν κάνω λάθος.

Ο Μάκης ετοιμάζεται
όλους να ξεσκεπάζει,
κάτσε άσπλαχνε! ήσυχα
δε βλέπεις, τους τρώει το μαράζι.

Δεν πρεπ’ όλα ν’ ακούγομαι
να μην κάνουμε κρίμα. 
Για όλα που συνέβησαν
κυρίως φταίει το Χρήμα.

Αλέξανδρος Σοϊλεμεζίδης, 81 ετών

 

Το ποίημα του Απριλίου 2005

Όταν η ποίηση ανθεί

Όταν ο κόσμος λυτρωθεί 
απ' της ανάγκης τα δεσμά 
και ποίηση με μουσική 
ακούει πάντα με χαρά.
Ο κόσμος θα αλλάξει. 
Καινούριο φως θα λάμψει. 
Καινούριοι θα χτιστούν Ναοί. 
Το πνεύμα θα ιερουργεί.
Ο ήλιος θα φωτίζει 
και δε θα μας χωρίζει. 
Νέες αυλαίες θ' ανοιχτούν. 
Οι άνθρωποι θα λυτρωθούν.
Όταν η ποίηση ανθεί 
θ' ανοίξει νέα εποχή. 
Στα ανθοκήπια της καρδιάς 
θα λάμψει φως και ομορφιά.

Πότης Κατράκης

 

Το ποίημα του Μαΐου 2005

Μια ζωή μέσα σε 100 λέξεις

Κλάμα. Σπάργανα. Βυζί.
Λέξη. Βήμα και κλουβί.

Φασαρίες. Μωρίες. Υστερίες.
Αυλή. Νηπιαγωγείο. Τιμωρίες.

Εκκλησία. Παπάς. Μετάληψη.
Θρανίο. Κυρία. Κατάληψη. 

Τσιγάρο. Χασίσι. Νταηλίκι.
Σπασμένη μύτή. Μαλακία. Σακατλίκη. 

Πανεπιστήμιο. Σκυλάδικο. Μπουρδέλο.
Ακούω. Βλέπω. Τρώω. Θέλω. 

Αγάπη. Φεγγάρι. Άστρα. Ταινία.
Χείλη. Στήθος. Αϋπνία. 

Γάμος. Πεθερά. Παγίδα.
Καυγάς. Φίλοι. Κερκίδα. 

Μπίρα. Συλλαλητήριο. Μπλα-μπλά.
Γύρος. Γήπεδο. Νεύρα. Κιλά. 

Γιος. Πάμπερς. Κλάματα. Οράματα.
Πράματα. Μικροπράματα. Τρεχάματα. 

Αμάξι. Μούντζα. Αδρεναλίνη.
Άγχος. Γκόμενα. Ασπιρίνη. 

Γεύμα. Κλύσμα. Μάσα. Μπλά-μπλα.
Εφημερίδα. Προσευχή. TiVi. Ξάπλα. 

Μπίζνες. Λοβιτούρα. Χρήμα. 
Τράπεζα. Πορνείο. Τμήμα. 

Ημέρα-νύχτα. Άνοιξη-χειμώνας.
Σπίτι-γραφείο. Οικογένεια. Αγώνας. 

Κουβεντολόι. Νικοτίνη. Ζαλάδα.
Φαλάκρα. Κοιλιά. Ζοχάδα. 

Σύνταξη. Καφενείο. Φαρμακείο.
ΙΚΑ. Μοναξιά. Γηροκομείο. 

Ούρα. Καρδιά. Οστά. Γιατρός.
Φέρετρο. Κλάμα. Αποχαιρετισμός.

Παράφραση Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Ιουνίου 2005

Ανοιχτή επιστολή 
ενός τρωγλοδύτη
με αφορμή την κατάργηση από το ΣτΕ της διατίμησης του εμφιαλωμένου νερού

Το Μεγάλο Κακό έγινε πολύ πριν: το πόσιμο νερό έπαψε να τρέχει από τη βρύση και τώρα το αγοράζουμε μέσα στα πλαστικά μπουκάλια.
Η τιμή του νερού ήδη ξεπέρασε την τιμή πολλών άλλων «αγαθών». Ούτε ένας αιώνας θα περάσει και θα γίνει το πιο ακριβό και δυσεύρετο αγαθό της Γης. 
Σε λίγο θα μας κυβερνάνε οι Έμποροι του νερού!
Η ασθένεια της τρέλας εισχώρησε βαθιά στην κοινωνία των ανθρώπων: ΕΊΝΑΙ ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΌ ΝΑ ΠΟΥΛΙΈΤΑΙ ΤΟ ΝΕΡΌ! Έτσι θα καταφέρουμε να πουλάμε και τον αέρα!
Η απόφαση σας, κύριοι του ΣτΕ να συνδέσετε το νερό με τον νόμο της ελεύθερης αγοράς, σας αναδεικνύει ως κοντόφθαλμους και ανίδεους. Ο δρόμος της ελεύθερης αγοράς είναι ο δρόμος της καταστροφικής πορείας της κοινωνίας των αχόρταγων και ανόητων όντων που με αυταρέσκεια ονόμασαν τους εαυτούς τους homo sapiens.
Το νερό και ο αέρας είναι τα μοναδικά Χρήσιμα Πράγματα που η Φύση-Θεός απλόχερα έδωσε στον άνθρωπο. Τα υπόλοιπα είναι δημιουργήματα των επιπόλαιων επιθυμιών, επίμονων θελήσεων και της εγκληματικής απληστίας.
Εάν εσείς είστε «νομοταγής και προοδευτική πολίτες», τότε εγώ σίγουρα είμαι τρωγλοδύτης.
Εγώ ο τρωγλοδύτης περιφρονώ την καταστροφικό-καταναλωτική νοοτροπία της πλειοψηφίας σας.
Εγώ ο τρωγλοδύτης αψηφώ την εμπορική «αφθονία» που εσείς πιστά υπηρετείτε.
Σας παρακαλώ, σας ικετεύω σκεφτείτε τα παιδιά σας, τα εγγόνια σας αφού δεν είστε ικανοί να σκεφτείτε την χώρα σας, την ανθρωπότητα.
Είναι τραγική αλήθεια: ο δρόμος της παραγωγής υλικών αγαθών αναπόφευκτα βλάπτει τη Φύση, καταστρέφει τη Ζωή και γι’ αυτό, μετά από τον Διογένη της Σινώπης, τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, τον Ραλφ Έμερσον και άλλων «τρωγλοδυτών», διαμαρτύρομαι και φωνάζω:
Πίσω στη Φύση!

Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Ιουλίου 2005

Πίστη

Μια μοναχή παρηγοριά στις δυστυχίες μένει,
Για τα δεινά που ο θνητός στον κόσμο υπομένει.
Ένα και μόνο στήριγμα του μένει: Να πιστεύει,
Πως κι όταν πάσχει, και πονάει, και κλαίει, και κινδυνεύει
Κι η αδικία κι ο καημός σκληρά τόνε σπαράζει,
Να σκέπτεται, πως όλ’ αυτά, Εκείνος τα διατάζει
Που είν’ απέραντα καλός και δυνατός και ξέρει
Στη γη το κάθε πλάσμα του τι πρέπει να δοκιμάσει
Ως που να γίνει άξιος στους ουρανούς να φθάσει.
Και ξέρει Εκείνος της ζωής τη σύντομη πικρία
Να την κάνει να γεννά αιώνια ευτυχία.

Γουίλιαμ Ουόρντσουορθ
Μετάφραση Ελένη Ψαρά

 

Το ποίημα του Αυγούστου 2005

Άνθρωπε!

Πόσο τη ζήλεψα εκείνη την υπέροχη σιωπή, 
όταν σε πίεζαν οι καταστάσεις να φωνάξεις 
και Συ περίμενες να προσπεράσεις την οργή, 
για να μιλήσεις υστέρα με ήρεμη σοφία!

Πόσο τη θαύμασα εκείνη την περίσσια την ανδρεία, 
όταν το σώμα σου ασπίδα πρότασσες ενάντια στην βία, 
κι αγνοώντας τους πολλούς, πάντα το χέρι άπλωνες 
σ' αυτούς που τους ελύγιζε της κοινωνίας η αδικία!

Πόσο διδάχτηκ' από κείνη την ανώτερη μορφή, 
όταν ηθελημένα παραμέριζες, αφήνοντας να προβληθούν 
φιλόδοξοι, αρρωστημένοι, υποκριτές κι αρπακτικοί, 
ώσπου στο τέλος να χαθούν απ' την δική σου τη μωρία!

Πόσο σ' αγάπησα σε κείνη τη μεγάλη σου στιγμή, 
όταν το πρόσωπο με θάρρος άφηνες να γνωριστεί, 
μ όλα τα λάθη, την απλότητα, τα πάθη, την ελπίδα, 
σύνθεση θεία, σάρκας μα και νου, ανθρώπινη μαγεία!

Πόσο στ' αλήθεια λίγα σου χρειάζονται άνθρωπε, 
να γράψεις ύμνους του ανθρωπισμού, ν' αφήσεις ιστορία 
και Συ κινάς να αναλώνεσαι μες τα σπουδαία και πολλά, 
που δείχνουνε τη γύμνια σου, την ερημιά, τη μισαλλοδοξία!

Βίβιαν Γιαννούδη-Αυγερινού

 

  Το ποίημα του Σεπτεμβρίου 2005

 Στοχασμός

Άσε να σβήσουν, να χαθούν
να πάψουν πια ν’ ακούγονται
οι επευφημίες, οι ζητωκραυγές
οι αλαλαγμοί, οι ιαχές
τα θούρια, οι παιάνες
τα βάρβαρα εμβατήρια
κι η ανεμική άγρια μπόρα!
Μετά, προς το κοντόβραδο
θα έχεις όλο τον καιρό
Ευγενικιά μου Υπομονή 
λόγια σοφής Σιωπής
κι εσύ να ψιθυρίσεις. 

Χρήστος Ε. Κατσιγιάννης

 

Το ποίημα του Οκτωβρίου 2005

Αγάπη

Ν’ αγαπάς

            σημαίνει να σπαρταράς

                                       στα σεντόνια

ξεσκισμένα απ’ την αϋπνία…

Γιατί αγάπη

             δεν ειν’ ένας τρυφερός παράδεισος

μα η βίαιη επίθεση

της λαίλαπας

                νερού

                           και φωτιάς.

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Μετάφραση Αντώνη Δωριάδη

 

Το ποίημα του Νοεμβρίου 2005

Θέληση

Πλούτον δεν θέλω, 
δόξαν δεν θέλω, 
ούτ’ εξουσίαν
ποτέ καμίαν.

Δεν θέλω γνώσιν,
Ούτε καν τόσιν,
οσ’ είν του ψύλλου
κι οσ’ είν του ξύλου.

Τούτες οι κρύες
οι φαντασίες,
όσο ευφραίνουν,
τόσο πικραίνουν.

Θέλω ειρήνη,
ψυχής γαλήνην, 
χορούς Ερώτων,
τρέλες και κρότον.

Θέλω τραγούδια,
κήπους, λουλούδια, 
και χωρατάδες 
στες πρασινάδες.

Τούτα λατρεύω
τούτα ζηλεύω,
κι’ εις τουτ’ απάνω
θελ’ ν’ απεθάνω.

Α. Χριστόπουλος

 

Το ποίημα του Δεκεμβρίου 2005

Οι τίμιοι

Διάδρομοι των χαφιέδων
με άθλιους άθλους.
Η ανθρωπιά κατέρρευσε προ πολλού. 
Οι άτιμοι κερδίζουν αμέσως αυτό πού θέλουν,
με όποια κυβέρνηση ή επιτροπή.

Στους τίμιους συνιστούν υπομονή.
Τους παραπλανούν με χαμόγελα
και υποσχέσεις μιας άνοιξης που ποτέ δεν φτάνει.
Οι τίμιοι είναι καλοί αγωγοί της καταστροφής,
τραβούν την κακία
και πέφτει στα κεφάλια τους η συμφορά.

Βάσανο, βάσανο, στο τέλος θα γίνει σάβανο.

Κώστας Ιωαννίδης

 

Το ποίημα του Ιανουαρίου 2006

Δεν

Δεν έχει σημασία πόσο
μεγάλο είναι και πόσους
ανθρώπους
χωράει το σπίτι σου.

Αλλά πόσο μεγάλη
και πόσο κόσμο χωράει
η καρδιά σου.

Ελένη Ρέτση

Το ποίημα του Φεβρουαρίου  2006

Η πρώτη τετράδα τετράστιχων του Γκουμπερμάν

Οι έγνοιές του να σηκώσει κάποιο κύμα
με διαδρομή καρέκλα, καναπές και βήμα.
Του όχλου των ελπίδων ο υπηρέτης,
ο Αδόλφος Στάλιν του Ιλγίτς,
                                               ο ηγέτης.
###

Βαρύθυμο και γκρινιάρικο το καλό
με όψη μελαγχολική και βάδισμα χωρίς ορμή.
Πλουσιοπάροχο και ιδιότροπο το κακό
με μυρωδιά, με γεύση και ζουμί.
###

Όταν παρατηρώ τα λιπαρά πιγούνια
δεν κατακρίνω και τόσο τους μπολσεβίκους, 
γιατί φοβάμαι πως τα χορτασμένα γουρούνια 
είναι πιο φοβερά από τους πεινασμένους λύκους.
###

Οι δρόμοι του Καλού και του Κακού
τόσο μπερδεύτηκαν μέσα στα νταραβέρια,
που τώρα και τις καθαρότατες δουλειές,
τις κάνουν με τα λερωμένα χέρια. 
###

Το ποίημα του Μαρτίου  2006

Η δεύτερη τετράδα τετράστιχων του Γκουμπερμάν

Όποτε βρίσκεσαι σε θορυβώδεις συνελεύσεις 
η γλώσσα σου λαχταράει να δώσει συμβουλή,
όμως οι άνθρωποι χωρίζονται σε έξυπνους 
και σε αυτούς που μιλάνε πολύ.
###

Για ν' επιζήσεις σε αυτόν τον κόσμο,
ως που στη σβούρα-γη ακόμη περπατάς,
με τρία μη τον εαυτό σου να κρατάς:
μη φοβάσαι, μην ελπίζεις, μη ζητάς.
###

Μες στης ζωής τον κυκλικό, πολύφωνο χορό,
όπου ξεχνιέται και το Νόημα και ο Σκοπός
υπάρχουν άνθρωποι απ' τους οποίους φως πηγάζει,
δε λείπουν και εκείνοι που απορροφούν το φως.
###

Ο Εικοστός Αιώνας τόσο απογύμνωσε
της ανθρώπινης φύσης την δυσαρμονία,
ώστε ανέβαλε ακόμη για πολύ καιρό 
τις ελπίδες για καθολική ευδαιμονία.
###

 

Το ποίημα του Απριλίου  2006

Η τρίτη τετράδα τετράστιχων του Γκουμπερμάν

Οι ικανότητές μου, η ζωντάνια
θα μπορούσαν την καριέρα μου να κάνουν, 
αλλά η τεμπελιά, η ασωτία και ο σιχαμός
την ψυχή μου προφυλάξανε ευτυχώς
###΄

Προς τους ανέμους και τα κύματα 
στα νιάτα μας γεμάτα με ελπίδα,
εμείς σαλπάρουμε με φρεγάτα 
μα φτάνουμε πάνω σε μια σανίδα.
###

Σε καταστάσεις φοβερές,
όταν κανένας δε γνωρίζει, τι είναι το πρέπον,
η ήρεμη σιγουριά των τυφλών
είναι πιο φοβερή από την ταραχή των βλέπων.
###

Όλοι θα φύγουμε απ' τη ζωή, χωρίς αμφιβολία,
αλλά του ύπνου το αιώνιου η σοφία,
θα ρίχνει δημοσίως το αντίστροφο φως
και δεύτερη φορά θα πεθάνει η πλειοψηφία.
###

Το ποίημα του Μάιου  2006

ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ

Χίλιες φορές προσπάθησα
τη λύπη να συντρίψω
και τη χαρά που κατοικεί εντός μου
ν’ ανασύρω.
Εντός και μόνη.
Αρνείται
Λύπη… λύση… φύση… φυγή
Θέλει κι άλλα ουσιαστικά
Αναζητά θυσίες… ουσίες… συνουσίες.
Χαρά… χωρά… χώμα… 
Θέλει κι άλλη τόλμη
Τα παιχνίδια της ψυχής με τις περιπλανήσεις του νου
δε συμπλέουν
Σώμα… κώμα… κύμα
Θέλω να φτιάξω
Χαρά, αίμα, και ψυχή
Από λύπη νερό και σώμα
Αυτές οι βασανιστικές λέξεις
ξελογιάζουν το νου μου.
Παραπλανητικές υπεροψίες
σταθμεύουν στην ταραγμένη μου αποφασιστικότητα
Θέλει κι άλλο κόκκινο…
και που να βρεθεί;
Μια ζωή κυνηγός του γαλάζιου
ονείρου; ουρανού; δε θυμάμαι πια.
Κι αν δεν ήταν
τόσο αλμυρή η υπόσχεση
ή
τόσο γλυκιά η προσμονή
ίσως να τα κατάφερνα

Αποστολέας Αγγελική-Βίκη-Στέλλα

 

Το ποίημα του Ιουνίου  2006

Η τέταρτη τετράδα τετράστιχων του Γκουμπερμάν

Με τον καθένα ευγενής κι απλοϊκός 
και δε διαθέτω πονηριά και είμαι ντελικάτος, 
αλλά αμέσως γίνομαι απατεώνας και καπάτσος,
όποτε έχω αλισβερίσι με το κράτος.
###

Άγονος εκείνος που στην εποχή ανθοφορίας,
είναι εύθικτος και μελαγχολικός:
μάλιστα, η σήψη είναι είδος καύσης,
όμως άσχημα μυρίζει δυστυχώς.
###

Μετά από αιώνες βλέπω καθαρά
μέσα από το ράγισμα της φιλελεύθερης ωρυγής,
πως δεν υπάρχει τόσο μαύρη συμφορά,
όσο ελευθερία χωρίς ένοπλη φρουρά.
###

Η ανθρώπινη ουσία μέσα μας είναι ελάχιστη,
αναβοσβήνει, τρεμουλιάζει, λιγοστεύει
εύκολο-άνετα γινόμαστε ανούσια κτήνη,
πολύ πιο δύσκολα η βαναυσότητα καλοσυνεύει.

 

Το ποίημα του Ιουλίου  2006

Η πέμπτη τετράδα τετράστιχων του Γκουμπερμάν

Εκεί που λένε ψέματα στον εαυτό τους και στους άλλους,
όταν η μνήμη δεν υπηρετεί το νου, 
η ιστορία κάνει τέτοιους κύκλους:
σκοτάδι, αίμα, βρώμα μες στην πολιτική-μαϊμού.
###
Πάντα ανήσυχοι σαν φοβητσιάρηδες λαγοί,
με σιγουριά να ζούμε δεν μπορούμε, 
ίσως το σκουλήκι της αμφιβολίας ήταν
μέσα στο μήλο που κάποτε δάγκωσε ο Αδάμ.
###
Όπως πάντα σιωπάει ο λαός,
πανηγυρίζει αθόρυβα η κλίκα-βρομιάρα,
εμείς γεννιόμαστε για ευτυχία κι λευτεριά
σαν ψάρι για την πτήση και την σχάρα.
###
Είναι φαιδρό και τραγικό όποτε μας ωθεί 
στο καρναβάλι του γλεντιού, της φλυαρίας
ο φόβος να μείνουμε μόνοι (φτου μας!),
μέσα στην ερημιά του εαυτού μας.

 

Το ποίημα του Αυγούστου 2006

Η έκτη τετράδα τετράστιχων του Γκουμπερμάν

Το μέλλον δε μ' επηρεάζει,
δεν πρόκειται ποτέ να με τρομάζει.
Να σκέφτεσαι καθημερινά τη μαύρη μέρα,
σημαίνει κάνεις μαύρη την κάθε μέρα.
###
Δεν ήρθα στη ζωή 
για να μπω στη βουλή πάνω σε άτι,
και είμαι εντελώς ευτυχισμένος με αυτό,
που κανένας δε με φθονεί για κάτι.
###
Ένας περήφανος δουλευταράς είμαι,
που γνώρισε τη φτώχεια με την πείνα,
και συνεχίζω τις προσπάθειες και μοχθώ
σαν νεαρός λοχίας πάνω στη στρατηγίνα.
###
Που θα πάει η ψυχή μου μετά θανάτου,
με τον Θεό δεν παζαρεύω 'γω:
μέσα στους κήπους του Εδέμ είναι καλύτερο το κλήμα,
όμως καλύτερη παρέα στην κόλαση θα βρω.

Το ποίημα του Σεπτέμβριου 2006

Συναγερμός

Πουλάκι πληγωμένο 
Στα χόρτα ξαπλωμένο.
Υγραίνεται το χώμα 
Με αίμα ποτισμένο.

Ζωάκι πληγωμένο
Και μισοπεθαμένο,
Μες το καμένο δάσος
Καλεί απελπισμένο.

Άνθρωπε! Καλέ μου άνθρωπε!
Βοήθα με! Καίγομαι, πνίγομαι, πονάω.

Ψαράκι μου καημένο
Στη λάσπη βουτηγμένο,
Νεράκι θολωμένο,
Δηλητηριασμένο.

Άνθρωπε! Καλέ μου άνθρωπε!
Βοήθα με! Καίγομαι, πνίγομαι, πονάω.

Μπορεί να έχει λύση;
Κατάσταση χαμένη;
Απέναντι στη φύση
Είμαστε χρεωμένοι…

Γ. Λοϊζίδου-Γαληνού

 

Το ποίημα του Οκτωβρίου 2006

Η προθήκη του καπνοπωλείου

Κοντά σε μια κατάφωτη προθήκη καπνοπωλείου 
εστέκονταν, ανάμεσα σ άλλους πολλούς.
Τυχαίως τα βλέμματά των συναντήθηκαν, 
και την παράνομην επιθυμία της σαρκός των
εξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Έπειτα, ολίγα βήματα στο πεζοδρόμιο ανήσυχα -
ως που εμειδίασαν, κ ένευσαν ελαφρώς.

Και τότε πια το αμάξι το κλεισμένο...
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.

Κ. Καβάφης

Το ποίημα του Νοέμβριου 2006

      Γαρδένιες
                                  Εις Β. Μ.
Σαν του αγγέλου το φτερό,
Που σβήνει θλίψεις κι έννοιες,
Ανθούν στο Νέο Φάληρο
Ολόλευκες γαρδένιες.

Φιλία άδολη κι αγνή
Στο μοσχοβόλημά τους...
Κι εγώ, θυμάμαι, ένα πρωί
Ήρθα στη γειτονιά τους,

Και ήταν ήλιος και κισσός,
Και ήταν καλοκαίρι,
Κι εσείς μπροστά μου, γελαστός,
Με γιασεμί στο χέρι.

Αχ, ο καιρός πως πέρασε,
Πως κύλησαν τα χρόνια!
Τώρα ο βοριάς το σκέπασε
Τον κήπο μας με χιόνια,

Μαράθηκαν τα γιασεμιά...
...Και όμως πάντα ανθίζουν
Γαρδένιες μέσα στην καρδιά 
Και φως λευκό σκορπίζουν...

                                                         Όλγα Ρακιτιάνσκι

 

Το ποίημα του Δεκέμβριου 2006

       Αλίμονο Δημοκρατία

Αλίμονο Δημοκρατία, πρέπει να γεννηθούνε
νέοι άνθρωποι να σ' αγαπήσουν.
Όσοι αληθινά σ' αγάπησαν
γίνηκαν σταυροί στην ανθρωπότητα
γίνηκαν ακλόνητες φωταψίες
πίσω απ' τα σίδερα
και τις σκληρές ακτές των νησιών.
Όσοι απόμειναν, τους βλέπεις
να κάνουμε βαριετέ τ' όνομά σου
και τις θυσίες πυροτεχνήματα.
Ιαχές, ανάπηροι, μαυροφορεμένες μανάδες,
μια ζωή χωρίς φόβο
αυτά στοιχίζει, αυτά υπόσχεσαι.
Όμως αλίμονο Δημοκρατία,
πρέπει να γεννηθούνε νέοι άνθρωποι
να σ' αγαπήσουν.

Κώστας Κοζάνης

 

Το ποίημα του Ιανουαρίου 2007

Αχ, η αγάπη,
αχ! η αγάπη.
αρχή κι αν έχει,
δεν έχει άκρη.

Αχ, η αγάπη,
αχ! η αγάπη.
ψέμα, αλήθεια,
χαρά και δάκρυ.

Αχ, η αγάπη,
αχ! η αγάπη.
μια ανηφόρα και μονοπάτι.

Ε. Δοξαστάκη

 

Το ποίημα του Φεβρουαρίου 2007

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΜΟΥ

Νιώθω πως πλησιάζει η ώρα του αναπόφευκτου
κι επιχειρώ ν' απαλλαγώ
από τόσες περιττές αποσκευές...

Κρατάω μόνο εφτασφράγιστα σεντούκια
μ' αμέτρητους, άχρηστους στίχους,
τα μοναδικά περιουσιακά μου στοιχεία...
Χαίρομαι που θα εκδικηθώ τους κληρονόμους
που θα μοιραστούν τους ποιητικούς μου θησαυρούς,
χωρίς κανένα αντίκρισμα
στο Χρηματιστήριο Αξιών Ζωής...

Γιάννης Ανδριχόπουλος

 

Το ποίημα του Μάρτη 2007

  ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ
Τι άλλο νά 'ναι ο ποιητής;
παρά ψωμί
που αντί νερό στ' αλεύρι του έχει δάκρυ.
Αλάτι του, του πόνου τα προικιά
και που ζυμώνεται με χέρια από σπαθιά.
και αφού φουσκώσει από προζύμι φαντασίας
κι όταν ψηθεί μες των ονείρων του τις στάχτες
μεσάνυχτα μοιράζεται στους μυστικούς μας δείπνους.

Σοφία Μπαλδζή

 

Το ποίημα του Απρίλη 2007

      Αχ... άσε με να κοιμηθώ μαζί σου...
Να τυλιχτώ στο πράσινο σεντόνι σου...
Μαδώντας κίτρινες μαργαρίτες να σ' ερωτευθώ
κι οι παπαρούνες πιότερο να κοκκινίσουν
απ' της τρελής αγάπης μου το δόσιμο!
Όμορφος που 'σαι, Απρίλη!

Α. Σύρρη-Στεφανίδου

 

Το ποίημα του Ιούνη 2007

Ο μοχθηρός ψευτοφιλοπατρίς

Το πρόσωπό του εκείνο το γειωμένο,
που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά,
το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο,
που η δυστυχία των άλλων του γεννά.

Το φθονερό του μάτι το σβησμένο,
που δείχνει βουλιμία για συμφορά,
μας εξηγούν γιατί είναι διψασμένο
το αχείλι του και πόλεμο ζητά.

Ζητάει να ιδεί στα μαύρα φορεμένους
πατέρες και μανάδες που μισεί
να τους ιδεί στα δάκρυα τους πνιγμένους,
θα ‘ναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο υπέρ πατρίδος σκούζει-κράζει,
όρνιο που για κουφάρια αναστενάζει.

Μικέλης Αβλίχος

 

Το ποίημα του Ιούλη 2007

Θερμοπύλες

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσιοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Το έστειλε ο Χαράλαμπος Μουρατίδης

 

Το ποίημα του Αυγούστου 2007

Φωτιά

Είδα τη φωτιά να σκαρφαλώνει
πάνω σ΄ ένα γέρικο πλατάνι,
πιάνονταν κι ανέβαινε τα κλώνια
τρώγοντας του γέροντα τα χρόνια.

Κι είδα της ζωής την ειρωνεία
με τι πείσμα, με τι μίσος και μανία,
έκαιγε η φλόγα το πλατάνι
κι ενώ τό 'ξερε κι αυτή πως θα πεθάνει

Στέλιος Δουμένης

 

Το ποίημα του Σεπτέμβρη 2007

Αφέλεια ή ανοησία του κουΐκισμού*;
Αποσπάσματα από το άρθρο «Φωτιές» του Παύλου Κωνσταντινίδη ερευνητή του ΕΘ.Ι.Α.ΓΕ (γράφτηκε πολύ πριν από το τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2007)

Αύγουστος του 1989. Μόλις είχα επιστρέψει από την εθελοντική συμμετοχή μου στην κατάσβεση μιας πυρκαγιάς που έκαψε σχεδόν όλο το βόρειο τμήμα της Σιθωνίας στη Χαλκιδική.
Πρώτη μου δουλειά μόλις έφθασα στο σπίτι ήταν να απαλλαγώ από τα καπνισμένα ρούχα μου και να κεράσω τον εαυτό μου μια παγωμένη μπίρα, τη μόνιμη φαντασίωση κάθε εμπλεκόμενου σε δασική πυρκαγιά. Στην τηλεόραση οι φωτιές είχαν και πάλι τη θερινή τιμητική τους. Η ρουτίνα των ειδήσεων και η φοβερή κούραση με είχαν σχεδόν αποκοιμίσει, όταν συνέβη ένα γεγονός καθοριστικό για τη μετέπειτα επιστημονική μου διαδρομή. Ο Τέρενς Κουΐκ - όταν ήταν στον ΑΝΤ1 - είχε καλέσει τον καθηγητή και δάσκαλό μου Σπύρο Ντάφη για να συζητήσουν το θέμα των πυρκαγιών. Ένας από τους διαπρεπέστερους καθηγητές της Δασολογίας και γνώστης της οικολογίας των ελληνικών οικοσυστημάτων, ο Σπύρος Ντάφης, εξηγούσε, με τη συνηθισμένη ηρεμία του, τα αίτια των πυρκαγιών, όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε: "Και μετά τις πυρκαγιές, κ. καθηγητά, τι πρέπει να κάνουμε; "Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην κάνουμε τίποτε, απλώς να προστατέψουμε το δάσος από τη βοσκή και τους καταπατητές" , απάντησε, ήρεμα πάντα, ο καθηγητής.
Ο Τέρενς Κουΐκ σχεδόν έπεσε από το κάθισμά του, τόση ήταν η έκπληξή του. Γαλουχημένος, όπως όλοι μας, με το μύθο της αναγκαιότητας των μεταπυρικών αναδασώσεων δεν ήθελε να πιστέψει τα λόγια του καλεσμένου του. "Μα είναι δυνατό, κ. καθηγητά, να το λέτε εσείς αυτό!!! Ένας ειδικός! Ένας καθηγητής πανεπιστημίου! Είναι δυνατό να μην αναδασώσουμε τις καμένες εκτάσεις; Πώς μπορείτε να λέτε τέτοια πράγματα; Υπάρχει επιστημονική εμπειρία... υπάρχει έρευνα..."

Ο ακροατής, που δεν έχει καμιά επιστημονική γνώση για τη λειτουργία των οικοσυστημάτων, βομβαρδίζεται από τηλεοπτικές συζητήσεις για τις επιπτώσεις της φωτιάς στο περιβάλλον και στην υγεία όλων μας, όπου περισσεύει η καταστροφολογία.
Θολώνει το νου η ενημέρωση που παρέχεται στους πολίτες κάθε φορά που μια δασική πυρκαγιά βρίσκεται σε εξέλιξη. Τα ΜΜΕ, με τη λειτουργική αρχή τους ότι η κακή είδηση πουλά περισσότερο, τροφοδοτούν το συναίσθημα με εικόνες καμένων δέντρων, ζώων, σπιτιών... Το συμπέρασμα που βγαίνει από τα ρεπορτάζ είναι ότι δεν υπάρχει αύριο μετά τη φωτιά.

Η φωτιά είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση των μεσογειακών οικοσυστημάτων και αποτελεί επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Αυτοί που διατυπώνουν δημόσιο λόγο πρέπει να εκπαιδεύσουν τους πολίτες να ζουν με τις φωτιές, εκφραζόμενοι με περισσή ευαισθησία και κυρίως γνώση. Δεν γίνονται καλύτεροι οι τρομοκρατημένοι πολίτες. Χρειάζεται επίσης γενναιότητα. Είναι δύσκολο να λες δημόσια ότι πρέπει να μειωθούν οι αναδασώσεις, ότι ο εμπλουτισμός με φυλλοβόλα είναι μια εγκληματική οικολογικά ενέργεια, ότι με τα κλαδοπλέγματα είναι σαν να τοποθετείς μπαρούτι στο δάσος που αναγεννιέται, ότι η Πολιτεία πρέπει να σταματήσει τη δαπάνη δισεκατομμυρίων για άχρηστες παρεμβάσεις, δίνοντας οικονομικό κίνητρο σε όσους επωφελούνται ώστε να προκαλέσουν νέες πυρκαγιές.
Τα δάση επιβίωσαν από δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις με εισβολείς και εμφύλιους πολέμους. Άντεξαν και προστάτεψαν τον κατατρεγμένο λαό κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κι όμως, αυτά τα δάση κινδυνεύουν στις μέρες μας με αφανισμό, από το ζήλο και την αγάπη που τους δείχνει η σημερινή ευημερούσα κοινωνία μας.

Μοντάζ του Γιώργου Σοϊλεμεζίδη

Όλο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε στη διεύθυνση: http://biostore-aloa.blogspot.com/2007/06/blog-post_29.html

Κουΐκσμός: ευρύ πολιτικοδημοσιογραφική αντίληψη των πραγμάτων που βασίζεται σε κάθε οχλοπλειοψηφεία από πού αντλούνται τα ψηφοκερδοσκοπικά οφέλη.

 

Το ποίημα του Νοέμβρη 2007

Ανησυχία

Είμαστε μόλις ενός έτους.
Όλοι μαζί είμαστε ενός έτους.
Όλη η ανθρωπότητα είναι ακόμη
στην βρεφική ηλικία ενός έτους.

Το ανθρώπινο γένος σαν μωρό
που τα ‘κανε πάνω του
και βρώμισε την κοιτίδα του τη γη,
μες στις ακαθαρσίες και την μπόχα
αμέριμνα διασκεδάζει
με τα θορυβώδη μπιχλιμπίδια του.

Σεπτέμβριος 1998

                                                           Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Δεκέμβρη 2007

 

Ξεκαθάρισμα

1

Ναι, μάλιστα θα προτιμώ το παστρικό ιμάτιο
και πιο αποδεχτά τ' αλέρωτα τα χέρια.
Βεβαίως, κάλλιο το άνετο και καθαρό δωμάτιο
παρά ένα αχούρι μέσα στη μιζέρια.

                                2

Συνηθισμένος, τακτικός συνδυασμός,
όταν από την καθαριότητα γυαλίζει το δωμάτιο
όμως εκεί περιπλανιέται ένα ον
που έχει γυάλινα τα μάτια.
Ιδανικός είναι ίσως ο δεύτερος συνδυασμός;
όταν η καθαριότητα επικρατεί έξω και μέσα,
αυτός ο άνθρωπος που προκαλεί σεβασμό,
παντού και πάντα έχει μπέσα.
Είναι περίεργος και ασυνήθιστος ο τρίτος ο συνδυασμός;
όταν μέσα ατού διαμερίσματος την αταξία,
ζει και δουλεύει ένας άνθρωπος,
που μέσα του κυριαρχεί η τάξη και η αταραξία.
Προσπαθώ, όμως αδυνατώ ν' ακολουθώ το δεύτερο συνδυασμό
και μερικές φορές τον εαυτό μου επιπλήττω.
Είμαι ολιγαρκής και θα δεχτώ με ενθουσιασμό
αν καταφέρνω να υπάγομαι τουλάχιστον στον τρίτο.

                                3

Όσο και να καθαρίζει το παρουσιαστικό του το κάθαρμα το ελεεινό,
ποτέ δε θα γνωρίζει την κάθαρση από κάποιο χαμόγελο ειλικρινό.
Όσο και να παστρεύει τη γωνιά της η παστρικιά,
πάντα την ύπαρξή της θα λασπώνει η μαύρη σκιά.

                                4

Σήκω συνάνθρωπε! κι ακούραστα ξεσκόνισε τα ράφια της ψυχής
από την σκόνη της αδιαφορίας και δειλίας.
Κάτσε και άοκνα καθάρισε την όψη της ψυχής
απ ‘τους λεκέδες της ψευτιάς και της κακίας.

                                5

Σηκώνοντας της επιφανειακής της καθαριότητας το κύπελλο το βαρυό,
κοίτα να μη βρεθείς στης Μνήμης το σκουπιδαριό.

Μάιος 1998

Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Τα ποιήματα του Ιανουάριου 2008

Μαργαριτάρια
(ακολουθώντας τα χνάρια του μύστη)

Οι στίχοι που ακολουθούν γεννήθηκαν από την αγάπη για τους Μεγάλους ανθρώπους, φιλόσοφους, μύστες και έχουν ως διανοητικό υπόβαθρο τις σκέψεις αυτών των στοχαστών. Προσπάθησα να τις στιχοποιό αλλάζοντας τη δομή της διατύπωσης, προσθέτοντας κάπου ρυθμό και μέτρο, πότε πότε ρίμα, μερικές φορές εκσυγχρονίζοντας το νόημα.

Δεν είναι δικαίωμά σου
να γίνεις αρεοπαγίτης ή τραπεζίτης
και ούτε ποιητής και μητροπολίτης.
Όμως πρέπει να γνωρίζεις πως
είναι δικαίωμά σου έμφυτο
να γίνεις Θεός.
###

Αγάπη ζητιανεύεις και με ενοχλείς,
συνέχεια ζητάς να σε προσέξω.
Μα, είναι ένδειξη αυτό
πως μέσα σου αγάπη δεν υπάρχει.
Αλλιώς, γιατί να την αναζητάς απ’ έξω;
###

Ποτέ δε θα γίνεις Ερευνητής
την αμφισβήτηση μέσα σου κηδεύεις,
το πνεύμα σου κοιμάται, είσαι αδρανείς,
το μόνο που σου έμεινε, άκριτα να πιστεύεις.
###

Όταν η παιδεία γεννάει βαθμοθήρες
κι ακόρεστη φιλοδοξία,
κόλαση ετοιμάζεται πάνω στη γη,
στην κυριολεξία
###

Χιλιάδες φορές το είπανε οι σοφοί:
«μέσα σου βρίσκονται η γαλήνη κι η ευτυχία».
Αλλά εσύ,
ανθρωπάκι αδύναμο επινοείς χιλιάδες τρόπους
για να ξεφεύγεις από τον προορισμό σου.
Οι εκκλησιές, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι
είναι προφάσεις τη μοναξιά σου ν’ αποφύγεις,
τη νευρική ανησυχία που δε σου επιτρέπει ν’ απολαύσεις
την ομορφιά στη σιγή και τη μοναχική πορεία.
Μέχρις εξάντλησης μπροστά στο χαζοκούτι,
ακόμη και τον ύπνο σου φοβάσαι.
Ζητάς τη νάρκη να σε κυριέψει…
###

Την αγάπη επινόησε ο Θεός, το γάμο οι παπάδες,
που την ανθρωπότητα με φύση πολυγαμική βάζανε σε μπελάδες.
Κι ο άνδρας για να ικανοποιήσει τη στόφα του τη πολυγαμική
δημιούργησε την πορνεία (καθόλου παράλογο!)
Οι πόρνες δηλαδή, είναι του γάμου το παράγωγο!
###

Ο νους ο καταραμένος μέλλον αναζητάει.
Σ’ αυτό το μέλλον πρέπει να γίνεις:
πλούσιος, δυνατός, όμορφος, σοφός, φωτισμένος.
Αυτό το τέρας της κοινωνίας (ο νους) επιμένει,
και η επιμονή του είναι η δύστυχη ζωή σου:
χάνεις την αγάπη και την ελευθερία σου,
γιατί ο νους σε κρατάει σε ανησυχία, σε αγωνία,
σ’ ένα φόβο διαρκή ότι το στόχο σου θα χάσεις.
Και δεν έχει καμιά σημασία ποιος είναι ο στόχος:
το χρήμα ή ο Θεός, η ευτυχία ή η φώτιση.
«Αναζήτησε και θα χάσεις», είπε ο σοφός. Γιατί;
Γιατί αυτό που αναζητάς είναι μέσα σου.
Μπορεί να βρεθεί μόνο όταν σταματήσεις την κάθε
εξωτερική αναζήτηση.
###

Η ομορφιά είναι η σκιά της αρμονίας.
Αν δεν υπάρχει αρμονία η ομορφιά δεν οδηγεί στην αγάπη,
ούτε με περίστροφο.
Και μόνο η αρμονία φέρνει την ιδέα της ομορφιάς,
όχι το αντίστροφο.
###

Η λύπη είναι όμορφη.
Ποιος σου είπε ότι η λύπη είναι λάθος;
Η ευτυχία είναι ρηχή,
μόνο η λύπη σου δίνει βάθος.
###

Αγάπη και προσκόλληση
Φαίνονται σαν δίδυμες αδελφές, όμως δεν είναι.
Μοιάζουν ίδιες, αλλά δεν είναι.
Η αγάπη είναι τριαντάφυλλο με ένα αγκάθι,
η προσκόλληση σαν κολλιτσίδες γεμάτο καλάθι.
###

Πήγαινε στης Δύσης τον Καθηγητή
και θα γίνεις φοιτητής.
Πήγαινε στον δάσκαλο της Ανατολής
και θα γίνεις Μαθητής.
###

Οι ανάγκες και οι επιθυμίες
Οι ανάγκες σου μπορούν να εκπληρωθούν
και οι επιθυμίες όχι.
Οι ανάγκες έρχονται από τη φύση σου
και οι επιθυμίες οδηγούν στο βρόχι.
###

Σοβαρά;
Πολύ σπουδαιότερη η βιασύνη από τον προορισμό.
Η ταχύτητα από μόνη της πιο σπουδαία από τον στόχο.
Δε μπορείς να κάτσεις ήσυχα ούτε λίγα λεπτά,
θα χάσεις χρόνο, κι ο χρόνος είναι λεφτά!
Διαλογισμός;
Να χάνεις χρόνο έχοντας τα μάτια σου κλειστά;;
Μιλάς σοβαρά;;;
Και τι μπορείς να αποκτήσεις καθιστά;;;;
###

Αληθινή φιλία
Ο «φίλος» σου σε χρειάζεται, επειδή φοβάται τη μοναξιά.
Εσύ τον χρειάζεσαι, επειδή φοβάσαι τη μοναξιά.
Νομίζετε ότι, επειδή θα είσαστε μαζί, θα πάψει να υπάρχει;
Όλες οι σχέσεις οδηγούν σε περισσότερη δυστυχία.
Οι σχέσεις τελικά είναι δεσμοί και θα φέρουν περισσότερη αγωνία.
Η αληθινή φιλία είναι απλά η χαρά να μοιράζεσαι,
χωρίς όρους,
χωρίς προσδοκίες,
χωρίς την επιθυμία της ανταπόδοσης,
ακόμη και της ευγνωμοσύνης.
Η Φιλία είναι η πιο αγνή μορφή της αγάπης.
###

Ο φωτισμένος
Ζει μες στην κοινωνία
και κόμματα δεν ξεχωρίζει,
τους ανθρώπους δέχεται αδιαμαρτύρητα
έτσι όπως είναι,
ούτε αναπολεί για το παρελθόν
και το μέλλον δεν ονειρεύεται.
Όταν τον σπρώχνουν απομακρύνεται
και το τράβηγμα ακολουθεί δίχως «γιατί;».
Τρέχει όπου θέλει
σαν ρυάκι και μεγάλος ποταμός.
Είναι αυτός που αγαπάει το καθετί
όπως η γη κι ο ουρανός.
###

Ρώτησε τον Θεό ο νεαρός αναζητητής:
– Πως μπορώ να γίνω της Αλήθειας ο καθηγητής;
– Πρέπει να είσαι έτοιμος να ανέχεσαι:
της κοροϊδίας το μαρτύριο,
της απομόνωσης τη δοκιμασία,
της πείνας την αδικία,
μέχρι να γίνεις σαράντα πέντε ετών.
– Και τι θα γίνει μετά από αυτήν την ηλικία;
– Απλά θα τα συνηθίσεις βαθμηδόν.
###

Την ανθρωπότητα θα καταστρέψουνε αυτά:
χωρίς αρχές η πολιτική
και η δυσοσμία δικαστική,
χωρίς συμπόνια η πρόοδος
και η ντοπαρισμένη άνοδος,
χωρίς κόπο ο πλούτος,
ανήθικος ο τούτος,
χωρίς σιγή η εκπαίδευση,
διαφθείρει την η βράβευση,
χωρίς τόλμη η θρησκεία,
χωρίς κατανόηση η λατρεία…
###

Τα ταξίδια του φωτισμένου
Έχω κάνει ήδη πάνω από πενήντα μεγάλα ταξίδια:
Κάθομαι μες στη σιωπή
και της μοναχικότητας το σπήλιο.
και ταξιδεύω με τη Γη
γύρω από τον Ήλιο.
###

Ο μαθητής ο φιλομαθής ρωτά
και ο Δάσκαλος ο πολυμαθής απαντά:
– Θα καταλάβω πώς,
ότι έγινα σοφός;
– Απλά θ’ αρχίζεις να αναρωτιέσαι συχνά:
«Εγώ τρελάθηκα ή οι άλλοι δεν είναι στα καλά;»
###

Εάν απέκτησες την ικανότητα να είσαι απαθής
και να χαμογελάς
μπροστά στο πρόσωπο φρικτό της ζωής,
τότε ως άνθρωπος βρίσκεσαι στην πρώτη γραμμή
και είσαι έτοιμος
να πεθάνεις οποιαδήποτε στιγμή.
###

Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Φλεβάρη 2008

Σονέτο 66 - 1995*

Σε φωνάζω για τη θανατηφόρα μάχη,
Ω! άνθρωπε! Είναι αφόρητο, ν' ανέχεσαι όλα τούτα:
Την Απόγνωση και Αδιαφορία στα μάτια των νέων ,
Την Ωριμότητα που του Χριστού τις εντολές 
                                               αντικατέστησε με ψέμα,
Τα γηρατειά με το μαχαίρι της Απελπισίας στην καρδιά,
Τον βαθύπλουτο με κορδωμένο βήμα, το είδωλο 
                                              και ήρωα της εποχής,
Τη Γαλιφιά και τη Λαγνεία που ευημερούν γλεντώντας
Όταν είναι πιο σίγουρο να συναντάς δεινόσαυρους,
                                              παρά Ευγένεια και Ειλικρίνεια,
Όταν ακούς την Λογοδιάρροια του πολυμαθή φαύλου,
Την ανθρώπινη Ψυχή ακάθαρτη και κούφια,
                                              που σε γεμίζει φρίκη,
Την πωρωμένη Συνείδηση βουτηγμένη μες στη λάσπη,
Την άφθαστη Υποκρισία κρυμμένη πίσω 
                                              απ' τη μάσκα θείας καλοσύνης,
Την παραγκωνισμένη Τέχνη από τις αίθουσες και τις οθόνες 
                                              διωγμένη με κλωτσιά,
Τους Καραγκιόζηδες και Φασουλήδες 
                                               που χωρίς κόπο δρέπουν δάφνες,
Τον ξεδιάντροπο Εκβιασμό ντυμένο 
                                                με την καθαρή τήβεννο του δικαίου,
Την Υπεροψία για τους ένδοξους προγόνους, που όμως δε
                                               δέχτηκαν με την ψυχή τους,
Την αληθινή Πίστη, που μετέτρεψαν σε βαρετές τελετές,
Την Εντιμότητα μπλεγμένη στα ύπουλα δίχτυα της αδικίας.
Μα όμως, ποιος μπορεί ν' αλλάξει το κατεστημένο,
                                               αν αδρανείς εσύ;
Ιούλιος 1995

*Σονέτο 66 - είναι ένα από τα 154 σονέτα του Σαίξπηρ, είναι, το πασίγνωστο σονέτο του μεγάλου ποιητή. Επηρεαζόμενος απ' αυτό το σονέτο, έγραψα το δικό μας σονέτο 66 το οποίο βεβαίως δεν τηρεί την κανονική μορφή του δεκατετράστιχου, όμως αντιστοιχεί στην κοινωνική του κατεύθυνση καυτηριάζοντας τα κακώς κείμενα της εποχής μας.

 

Το ποίημα του Μαρτίου 2008

Να θυμάσαι το θάνατο

Δεν έπιασε και δε βοήθησε
        η καθημερινή ευχή, το «Γεια σου!»,
        δεν έκανε τον άνθρωπο
        πιο τίμιο, καλό.
Μήπως είναι αδιάφορη, προσποιητή
        αυτή η καλοπροαίρετη ευχή;
Μήπως φταίει αυτό που ο χαιρετισμός μας
        απευθύνεται στο σώμα,
        που τη ζωή αληθινή κρατά
        αιχμάλωτη ακόμα;
Μήπως πρώτα ανάγκη έχουμε
        την υγιή ψυχή,
        που περιβάλλεται από το γερό σώμα,
        κι όχι τ' αχόρταγο κορμί
        με πάντα ανοιχτό το στόμα;
Είναι συνήθως άκαρδος αυτός
        που ακτινοβολεί υγεία.
Συνήθως γίνεται πιο σπλαχνικός
        αυτός που ήταν στην κηδεία

Τα πάντα ρει, ξεστόμισε ο δάσκαλος ο σοφός.
Ο άλλος, χύνοντας το αίμα, γιάτρεψε τα πάθη.
Πιστεύω και κρατώ τη σκέψη απριόρι,
Ότι ο άνθρωπος θα υψωθεί
                       με την ευχή «Memento mori».*

Γ. Σοϊλεμεζίδης

Ιανουάριος 1998

*Memento mori (λατ.) - να θυμάσαι το θάνατο. Μορφή χαιρετισμού που χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί του Τάγματος των Τραππιστών στο Μεσαίωνα.

 

Το ποίημα του Απριλίου 2008

Στην Κόλαση των Εξαντλημένων Επιθυμιών

Την ζωή την βλέπουν σαν πορεία
από τη μια χαρά στην άλλη,
αναζητώντας τον παράδεισο πάνω στη γη.
Την γεύση του ιδρώτα γνωρίζουν μόνο
ανακατωμένη με μυρωδιά του σπέρματος.
Όταν ακούνε ότι ο κόσμος
δεν έχει να φάει ψωμί ειρωνεύονται
και ρωτάνε, "γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;"
Πλήττουν φοβερά μέσα στο γέλιο, μουσική,
κουβέντες περί ανέμων και υδάτων.
Της μοναξιάς μόνο την πλάτη γνωρίζουν
και δεν πρόκειται να δουν την ήρεμη ματιά της.

Έχουν φίλους πολλούς και φιλενάδες
τέκνα δικά τους και εξώγαμα παιδιά.
Κατέχουν αυτοκίνητα ακριβά,
ακίνητα ανεκτίμητα
αγαθά αμέτρητα.
Έχουν χρόνο ελεύθερο, λεφτά,
παντού οικοπεδάκια.

Έχουν..., όμως αργοπεθαίνουν μες στην
Κόλαση των Εξαντλημένων Επιθυμιών.

Γ. Σοϊλεμεζίδης

Μάρτιος 1998

 

Το ποίημα του Μαΐου  2008

Βιντεοκασέτα

Κι αν γυρίζει ο χρόνος πίσω στην αρχή
όπως γυρίζει πίσω μια βιντεοκασέτα
το ίδιο αδέξια, με την ίδια ταραχή
τα ίδια θα κάναμε, ας’ τα
                                        και γάμησέ τα.

Τ. Πατρίκιος

 

Το ποίημα του Ιουνίου  2008

Δεν πρόκειται

Δεν πρόκειται να φτάσω στη στεριά
μέσα στα κύματα τ' αφροστεφανωμένα.

Δεν θα δοξάζω τον μανιασμένο όχλο
που επιθυμεί να λέγεται λαός,
θα κατακρίνω τους καλούς, μα αδρανείς
που να αναστηθούν χρειάζεται νέος θεός.

Δεν θα θαυμάζω τον βαναυσουργό
που θέλει να βαφτίζεται με όνομα του λογοτέχνη,
θα τυραννώ τον άβουλο δημιουργό
που κρύβει μέσα του τον εξαιρετικό δεξιοτέχνη.

Δεν θα φημίζω τον πολιτικάντη
που θέλει σ' όλους να αρέσει,
θα κριτικάρω τον έντιμο πολιτικό
που απρακτεί έχοντας και αρχές και θέση.

Ξέρω, δεν πρόκειται να φτάσω στη στεριά.

Γ. Σοϊλεμεζίδης

Απρίλιος 1998

 

Το ποίημα του Ιουlίου  2008

ΛΕΥΚΗ ΙΣΟΠΑΛΙA

Μπαίνω στο κορμί σου
ποδοσφαιριστής σ' άδειο γήπεδο
αρχίζει το ματς
καμιά ιαχή στις εξέδρες
κανένα γκολ
όλα τελειώνουν πληκτικά
στο φριχτό και αδιάφορο
μηδέν-μηδέν

                                                 Στάθης Κουτσούνης

 

Το ποίημα του Αυγούστου  2008

ΠΑΓΙΔΑ

Το να γράψεις είναι μάταιο 
Το να μη γράψεις αδύνατο.
Έτσι κάθε μέρα ματαιοπονείς γιατί το μόνο πιο οδυνηρό 
από τη γραφή 
είναι να μη γράψεις καθόλου.
                                                                                        Νίκος Δήμου

Τα ποιήματα του Σεπτέμβρη 2008 - Ιανουάρη 2009

Δεν καταχωρήθηκαν γιατί μήνες δεν είχα ούτε τηλέφωνο, ούτε Ίντερνετ
λόγω άπληστων του ΤELLAS.

Το ποίημα του Φεβρουάρη του 2009

Έγκλημα και τιμωρία

Όταν η Πίστη χαθεί όταν η Τιμή 
πεθάνει, τότε ο άνθρωπος είναι νεκρός.
                                           Λα Ροσφουκό

Την Πίστη του παιδιού θανάσιμα χτυπούνε οι ανάξιοι γονείς,
όταν με δηλητηριώδη ψεματάκια 
μολύνουν και πληγώνουν την αγνή καρδιά 
και υποθάλπουν τα ακόμη πταισματάκια.

Την Πίστη πνίγει ο δάσκαλος-φονιάς,
όταν βαθμούς μοιράζει με μεροληψία,
ρίχνοντας σπόρους στις αδύναμες ψυχές
που θα καρποφορούν με την υποκρισία.

Την Πίστη του ποιμνίου του σταυρώνει ο δήμιος-παπάς,
όταν τον ουρανό κοιτάζοντας μιλάει για νηστεία
και ο ίδιος, δεν μπορεί να δει τη γη
αφού τον εμποδίζει η κοιλία.

Την Πίστη τουφεκίζει ο συνταγματάρχης σαν εκτελεστής 
όταν το «βύσμα» καθορίζει τη ζωή στη στρατιωτική μονάδα,
διαφθείροντας κάποιους φαντάρους με άδεια τιμητική
και ταπεινώνοντας τους άλλους με αγγαρειών την πικράδα.

Την Πίστη παλουκώνει ο δημόσιος υπάλληλος-φονιάς 
όταν αδιαφορεί, ταλαιπωρεί και εκβιάζει
γιατί ο νόμος άδικος τη θέση του κρατά 
και την αυθαιρεσία του αγιάζει.

Την Πίστη του λαού σκοτώνει ο πολιτικός-φονιάς 
όποτε επιβάλλεται με τις απατηλές του υποσχέσεις,
κάνοντας την ψευτιά, συνήθεια καθημερινή
δημιουργώντας σκάνδαλα και υποθέσεις. 

Χωρίς την Πίστη η ζωή
είναι μια τραγική και σκοτεινή πορεία,
δίχως αγάπη και γαλήνη,
χωρίς την ανεκτίμητη Ελευθερία.

Μάρτιος 1998 

Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Μάη του 2009

Απολογία

— Κύριε, είπε ο Δικαστής,
σου δίνω πίσω τη Δικαιοσύνη σου, 
που μου την είχες εμπιστευθή 
για να κρίνω τους ανθρώπους.

— Κύριε, είπε ο Δάσκαλος,
σου δίνω πίσω τη Διδαχή σου,
που μου την είχες εμπιστευθή,
για να φτιάχνω ελεύθερους ανθρώπους.

— Κύριε, είπε ο Ιερέας,
σου δίνω πίσω τον Λόγο σου,
που μου τον είχες εμπιστευθή
για να ζητώ την ψυχή των ανθρώπων.

— Κύριε, είπε ο Στρατιώτης,
σου δίνω πίσω το ξίφος σου,
που μου το είχες εμπιστευθή
για να πολεμώ τους εχθρούς σου.

— Κύριε, είπαν κι οι τέσσαρες,
συχώρεσε μας
γιατί όλοι μαζί, 
τούτον τον καιρό,
σ' έχουμε προδώσει.

                                                    Μιχ. Δ. Στασινόπουλος

 

Το ποίημα του Αυγούστου του 2009

Η διαθήκη μου

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι 
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών 
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου 
στην εταιρεία εισαγωγαί - εξαγωγαί 
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. 

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατελείωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ'όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών 
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα. σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την 
Ελευθερία.

Μιχάλης Κατσαρός

 

Το ποίημα του Οκτωβρίου του 2009

Ανεστραμμένα είδωλα

Οι άξιοι, οι ικανοί, οι τα καλά ποιήσαντες 
ζουν άγνωστοι στην απομόνωση τους. 
Μακριά απ' το αδιάφορον, το άκριτον πλήθος. 
Γαλήνιοι και ταπεινοί• χαίρονται ήσυχοι 
την τίμια προσφορά τους.
Οι ήρωες είναι στους τάφους τους και ένιοι
εξ' αυτών στις φυλακές.
Ευδαίμονες στη μακαριότητα τους!
Μα... πάνω στους βωμούς τους, στις λευκές
πέτρες με τα επιγράμματα κάθονται,
-φρικτά κοράκια- οι εποφθαλμιούντες τη θυσία
και τη δόξα τους. Κρώζουν ξεδιάντροπα
άδειες κραυγές, προβάλλοντας -τάχα- την
ανύπαρκτη κενή περηφάνειά τους.
Οι ένδοξοι νεκροί, οι τιμημένοι, ακίνητοι,
ανέκφραστοι -ανεστραμμένα είδωλα της δόξας—
αμίλητοι παρόντες - χλευάζουν, με
τη σιωπή τους, την κούφια αυταρέσκεια
των άθλιων σφετεριστών.

Ε. Ν. Μητάχος

 

Το ποίημα του Νοεμβρίου του 2009

Δεν έχω θέση 

Δεν έχω θέση μέσα στην δική σου μοναξιά
Και στην δική μου δε σε άφησα να μπεις.
Ακόμα κρατάμε την περήφανη κορμοστασιά
Την απόγνωσή μας να μην καταλάβει κανείς.

Της κοινωνίας νόμοι; Κωδικοί γενετικοί;
Τι είν’ αυτό που μας μουδιάζει;
Είμαι γυναίκα με ευοσμία αιρετική
Και ο σκοπός μου τα μέσα αγιάζει.

Εσύ καλύτερα απ’ όλους ξέρεις να σιωπάς, 
Ανοίγεις πύλες με χαμόγελο-φυρμάνι.
Μες στην καρδιά μου ζεις ως πράος βασιλιάς
Ο μόνος που δε μου φόρεσε ακάνθινο στεφάνι.

Γκ. Πολίνσκαγια

 

Το ποίημα του Δεκεμβρίου του 2009

Η αγάπη

Προσβάλλουν, βρίζουν και κακολογούν
Τον Έλληνα και την Ελλάδα,
άνθρωποι των γραμμάτων και προσωπικότητες,
ανθελλήνων ολόκληρη δωδεκάδα.

Πρώτος ο Ευριπίδης χτύπησε με οργή,
«Έλληνες βάρβαροι, πολυμήχανοι κακούργοι».
Μετά ο Δημόκριτος ξεστόμισε εκθέτοντας,
«Οι Έλληνες σαν τους τρελούς μαθαίνουν βλάπτοντας».

Ο Αριστοφάνης πλήγωσε τους Έλληνες φοβερά,
διατυπώνοντας «Είστε φυλή χωρίς φτερά».
Ο κυνικός ο Διογένης με το φανάρι το περιβόητο 
χλεύαζε τους συμπολίτες του λέγοντας «Άνθρωπο ζητώ».

Ο Βύρωνας με περιφρόνηση — όπως το συνηθίζουν οι ποιητάδες — μας χαρακτήρισε σαν απατηλούς μασκαράδες.
Ο Μίκης Θεοδωράκης την μουσικομανή μας Ελλάδα
διέσυρε, βαφτίζοντάς την σαν Σκυλάδα.

«Δεν υπάρχει ελπίς, στην Ελλάδα ζεις»,
απήγγειλε ο παχουλός, ο Διονύσης ο Σαββόπουλος.
«Χωρίς μίσος ο Έλληνας είναι μισός»,
άρθρωσε ο πρωτευουσιάνος, ο Φρέντυ Γερμανός,
και πρόσθεσε σ' αυτό 
πως είμαστε η χώρα του γαμώτο. 

Με τον Γιάννη Μαρίνο δεν κάνουμε χωριό, 
μας αψηφάει σαν αφρικάνικο λαό 
που μόνο το δέρμα του είναι λευκό.
Μας κόλλησε τη ρετσινιά του κλεπτομανούς 
ο Παναγιώτης ο Παπαδούκας, ο αγενής.
Κάνει τη μούντζα του στους πάντες εναντίον 
και λέει ότι έχουμε το χέρι μας στην τσέπη του πλησίον. 

Πνέει μένεα ο Πέτρος Κωστόπουλος ο ανελεήμων, 
λέγοντας πως είναι μαύρη η ψυχή των Ελλήνων.
«Ο χειρότερος λαός στον ωραιότερο τόπο», 
ύστερα από αυτό το εξευτελισμό
έγινε μεγάλος καυγάς
που προκάλεσε ο Βασίλης Καββαθάς.

Από που πηγάζει αυτή η κακία;
Μήπως η αγάπη είναι η αιτία;
Γιατί κάποτε είπε ένας σοφός 
μόνο εκείνο το μίσος είναι αληθινό
που γεννήθηκε από το πάθος το δυνατό.

Με συγχωρήστε! φίλοι μου και ομοϊδεάτες,
για την ειρωνεία μου την υποκριτική,
αγανακτώ κι εγώ μαζί σας με την ίδια πίκρα
και με τον ίδιο τρόπο αγαπώ:

Τυφλόψυχοι!

Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Ιανουαρίου του 2010

O Mπεκρής

Μη με κοιτάζεις με απορία που σφυρίζω
κι’ από την σούρα μου δεν σ’ αναγνωρίζω
Κάτι παλιά μου τυραννάνε την καρδιά
γι’ αυτό και εγώ τα κοπανάω κάθε βραδιά

Κι’ αν κάθε βράδυ είμαι λιώμα στο μεθύσι
κάτι παλιές θέλω να σβήσω αναμνήσεις
Κι’ αν μες τους δρόμους τριγυρνώ χωρίς σκοπό
είναι που άνθρωπο δεν βρίσκω να τα πώ

Μην απορείς που ζαλισμένος σε κοιτάω
και το μπουκάλι σαν γυναίκα το κρατάω
Είναι που άνθρωπο δεν βρήκα να με νοιώσει
κι ’ αυτό μονάχα από την τρέλα μ’ έχει σώσει.

Στέλιος

 

Το ποίημα του Φεβρουαρίου του 2010

Μαργαριτάρια 

Δε μου αρέσουν οι δογματικοί κανόνες.
Η απόκλιση απ’ αυτούς 
είναι σαν όμορφη στροφή στη ζωή
όπως στους στίχους η ποιητική αδεία,
και φέρνει τη στιγμή, 
γλυκιά σαν αμαρτία.
### 

Τι σημαίνει να συμπεριφερόμαστε 
αλά ελληνικά;
Όταν πρόκειται να πληρώσουμε 
αλά γερμανικά,
να στρίψουμε 
αλά γαλλικά.
### 

Στο σώμα του ανθρώπου το χρυσό,
είναι αμελητέα ποσότητα.
Γι’ αυτό και η ψυχή του αναδεικνύει 
ως μια χρυσή μετριότητα.
### 

Τις πλατείες χρωματίζει ο κοσμάκης
δείχνοντας στους πολιτικούς το αίσθημα της «αγάπης»,
ενώ ο υπόλοιπος κόσμος τα αισθήματά του 
έχει γράψει με αόρατο μελάνι
και τους πολιτικούς αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι.
###

 

 Το ποίημα του Μαρτίου του 2010

Έρωτας

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απελπισμένα

να σωθούν από τον εαυτό τους, 

δαγκώθηκαν στα νύχια τους 

μείναν κομμάτια δέρμα, γδάρθηκαν 

σαν δύο ανυπεράσπιστοι εχθροί,

σε μια στιγμή αλλόφρονες ματωμένοι 

βγάλανε μια κραυγή σα ναυαγοί 

που λίγο πριν ξεψυχήσουν θαρρούν 

πως βλέπουν φώτα κάπου μακριά. 

Κι όταν ξημέρωσε τα σώματα τους 

σα δυο μεγάλα ψαροκόκκαλα 

ξεβρασμένα στην όχθη ενός 

καινούριου μάταιου πρωινού

Τάσου Λειβαδίτη 
(αποστολέας Ανώνυμος)

 

 Το ποίημα του Απριλίου του 2010

Πότε;

Πότε το νερό θα γίνει κρασί:
Πότε ο πλούσιος θα μπουχτίσει από χρήματα;
Πότε η πληθώρα των νόμων και των δικαστών θα 
                                         επιφέρουν το Δίκαιο;
Πότε θα πεθάνει το δόγμα των πολιτικών 
                                         «Άρτων και θεάματα»;
Πότε θα σταματήσουμε να πετροβολούμε 
                                          τα καρποφόρα δέντρα;

Όποτε θα ενωθούν οι καλοί οι άνθρωποι.
Όταν ο Τιτανικός θα φτάσει στον προορισμό του
και όταν μέσα στη νύχτα θα ανατέλλει ο ήλιος.

Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

 Το ποίημα του Μαΐου του 2010

Η Ελλάδα δεν αλλάζει!!!

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να ξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
να ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Να ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

                                               Γ. Σουρής

  Το ποίημα του Ιουνίου του 2010

Πρόοδος

Γεννιόταν κάποτε απ' το ορμέμφυτο, ρεφλέξ,
        τώρα αναπαράγεται από το sex με χάπι,
        στο μέλλον υποθέτω πως θα 'ρθει στη γη 
        από την τρυφερή Αγάπη.

Έτρωγε κάποτε ψοφίμι βρομερό,
        στις μέρες μας σιτίζεται με πτώματα των ζώων,
        μελλοντικά νομίζω πως θα τρέφεται
        με Ομορφιά από το υπερώον

Ζούσε σε καλυβάκι ή σπηλιά,
        σήμερα ζει στη σιδηροπαγή κασέλα,
        μεθαύριο νομίζω πως θα κατοικεί
        κατ' απ' της Φύσης την ομπρέλα.

Πέθαινε πριν, απ' τις αρρώστιες, την πείνα, απ' τις κακουχίες,
        σήμερα ξεψυχεί απ' τους κακούς γιατρούς και την ακινησία,
        μελλοντικά φαντάζομαι η εκπνοή
        θα γίνει της Ζωής η πεμπτουσία.

Ήταν τετράποδη μαϊμού,
        έγινε άνθρωπος ή δίποδο θηρίο,
        όμως ακράδαντα πιστεύω πως, 
        θα αναπτύσσεται σε Ον υπέρτατο, 
                                                    ανδρείο.

                                                                               
Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

 Το ποίημα του Ιουλίου του 2010

Τετράστιχα

Πάπες, πατριάρχες, μητροπολίται 
πάνω σε BMW, Mersedes, Mercứry…
Μήπως θα έπρεπε να θυμηθείτε, 
ότι ο Δάσκαλός σας μετακινιόταν πάνω σε γαϊδούρι.

Η ζωή μας αδικεί συστηματικά, 
συχνά μας βουτάει στο σκατό, 
αλλά η αλήθεια συνήθως νικά
στις πέντε περιπτώσεις από εκατό.

Το Δίκαιο και η Αλήθεια ακόμη κάτι τιτιβίζουν, 
αλλά τα κακώς κείμενα με θράσος απαντάνε:
– Οι γεννημένοι να έρποντε φτερουγίζουν,
πάνω στις πλάτες των γεννημένων να πετάνε.

Ο φίλος μου από μικρός δουλευταράς,
τώρα διευθύνει μεγάλες εταιρίες, 
ενώ εγώ στα νιάτα μου παρακοιμήθηκα, 
όμως με τι κυρίες!

Ποτέ δεν είπα στον Θεό: δως’ μου,
δυο φορές μόνο τόλμησα την ησυχία Του να παύσω:
την εξυπνάδα ζήτησα να γνωρίσω τον κόσμο, 
επίσης τη βλακεία για να τον απολαύσω.

Ως «αμαρτία» κατάταξε η εκκλησία τη στύση,
η ηθική της κοινωνίας επίσης δεν έχει αποδοχή,
και το πρόβλημα από καιρό έχω λύσει:
Το σώμα μου έχω για να ευχαριστήσω τη ψυχή.

Της ευτυχίας μελωδία και το πένθιμο εμβατήριο, 
αγγέλου πρόσωπο και άγριο θηρίο μέσα ως παραλλαγή, 
σε αφθονία η ευδαιμονία και των βάσανων το κολαστήριο…
Τέτοια σχεδιάστηκε η ζωή πάνω στη γη.

Μπορίς Γκουμένικ
(μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδης)

 

Το ποίημα του Αυγούστου του 2010

Κάποτε

Κάποτε
Έτρεχες από θέατρο σε θέατρο
- Για μια καλή παράσταση

Τώρα
Τρέχεις από ταβέρνα σε ταβέρνα
— Για ένα καλό κοψίδι
Βελτιώθηκε βλέπεις
Το κατά κεφαλήν
Εισόδημα σου

                                                         Κώστας Γ. Μίσσιος

 Το ποίημα του Σεπτέμβρη του 2010

Η εξομολόγηση 
(τραγούδι)

Λέω ως μεγάλοκαρχαρίας:
Λάθος γνώμη ότι οι πολιτικοί
Είναι εραστές της Εξουσίας,
Όχι! Μαζί μου είναι θυλικοί.
Δυνατό το δικό μας συνάφι
Δεν τολμάς να κοιτάς με στραβά,
Το μυαλό μου οξύ σαν ξυράφι,
Τα σαγόνια μου είναι γοργά.

Ρεφρέν
Την ευτυχία κυνηγώ, την ευτυχία,
Σαν λύκος με χαμόγελο κυνοδοντιών.
Κουφάρι ζωντανό η σαπιοκοινωνία
Όπου άρχω με δίκαιο των ισχυρών.

Για το χρήμα σκοτώνω μητέρα
Και το αίμα μου είναι ρευστό,
Αναπνέω και κάνω καριέρα
Κανονίζω τα πάντα μ’ αυτό.
Απ’ το σώμα της γης υφαρπάζω 
Κ’ αφανίζω μεγάλα φελιά,
Δε νοιάζομαι το αύριο να βιάσω
Μόνο για σήμερα την αγκαλιά. 

Ρεφρέν:

Είμαι λύκος γι’ αυτό το κοπάδι
Όποιο ονομάζεται λαός,
Κυνηγώ στου νόμου το σκοτάδι
Την αλήθεια μανιωδώς.
Κέφι μπόλικα πάντα θηρεύω,
Ερωμένες, ο τζόγος, ποτά,
Όμως νιώθω σιγά να πτωχεύω
Τα στολίδια αυτά είν’ φθαρτά.

Ρεφρέν:

Άβυσσος που δεν έχει πυθμένα 
Η ζωή με την γεύση ξινή,
Τρέχω σαν τρελός απελπισμένα
Όμως μένει αυτή αδειανή.
Μες στην ένδεια και καλοσύνη 
Ζουν σοφοί του ντουνιά λυτρωτές,
Όλ’ αφήνω για λίγη γαλήνη 
Που δεν είχα γνωρίσει ποτέ.

Ρεφρέν:

Β. Βισότσκι
(μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδης)

 

Το ποίημα του Οκτώβρη του 2010

Σ' ακολουθώ

Σ' ακολουθώ, στην τσέπη σου γλιστράω
σαν διφραγκάκι τόσο δα μικρό-
σ' ακολουθώ και ξέρω πως χωράω
μες στο λακκάκι που 'χεις στο λαιμό.
Έλα κράτησε με
και περπάτησε με
μες στο μαγικό σου το βυθό,
πάρε με μαζί σου
στο βαθύ φιλί σου,
μη μ' αφήνεις μόνο, θα χαθώ.
Σ' ακολουθώ και πάνω σου κολλάω 
σαν φανελάκι καλοκαιρινό, 
σ' ακολουθώ, σ' αγγίζω και πονάω, 
κλείνω τα μάτια και σ' ακολουθώ.

                                                           Μάνος Λοίζος

 

Το ποίημα του Νοέμβρη του 2010

               Μεταλλαγή 
                                    Στην Ε. Ρέτση
                       
                        1
Τι θα γινότανε σ’ αυτήν τη γη
αν όλοι ήταν πλούσιοι και όμορφοι;
Θα ήτανε οι άνθρωποι καλοί;

Φοβάμαι πως σιγά σιγά ο πλούτος 
θα σκορπιστεί σε άπειρα κομμάτια.
Φοβάμαι πως αργά αργά την ομορφιά 
θα αφανίζουν τα αγριεμένα μάτια.

Τι θα γινότανε σ’ αυτήν τη γη 
αν όλοι ήτανε επιεικείς και μυαλωμένοι;
Θα ήτανε οι άνθρωποι ευτυχισμένοι;

Φοβάμαι πως αργά αργά κάποιοι ανεκτικοί
θα μολυνθούν από το μίασμα της αδιαλλαξίας.
Φοβάμαι πως σιγά σιγά μερικοί έξυπνοι
θα ξεμυαλίζονται απ’ τον ιό της ξιπασιάς.

Τι θα γινότανε σ’ αυτήν τη γη
αν όλοι ήταν άσχημοι και πάμπτωχοι;
Θα ήτανε οι άνθρωποι κακοί;

Πιστεύω σύντομα πολλοί κακοπλασμένοι
αλλά με ανοιχτή, ευγενική καρδιά
θα κάνανε όμορφα παιδιά
και θα’ ταν συντροφιά ευτυχισμένοι.
Πιστεύω πως γοργά πολλοί φτωχοί
θα εκτιμούν τα αγαθά της υγιούς ολιγάρκειας,
το πλούτο της ψυχής θ' αναζητούν
χωρίς να έχουν το αίσθημα της αδικίας.

Τι θα γινότανε σ’ αυτήν τη γη
αν όλοι ήτανε κακοί, φανατισμένοι;
Θα ήτανε οι άνθρωποι δυστυχισμένοι;

Πιστεύω σύντομα πολλοί κακοί
θα γνώριζαν την ομορφιά της καλοσύνης. 
Πιστεύω πως γοργά πολλοί φανατικοί
θα εκτιμούσαν τα καλά της σταθερής ειρήνης.

                             2
Αναζητούσα την Αλήθεια και το Δίκαιο
με τη γροθιά, τα νύχια και τα δόντια,
και πολεμούσα την Ψευτιά και το Αδίκημα 
με λόγια τα τσουχτερά σαν τα ακόντια.
Τώρα είναι αμβλεία τα νύχια και τα δόντια μου
και έχασε το βάρος η γροθιά,
τα λόγια είναι τώρα χαμηλόφωνα
και μετρημένη η μιλιά.

                            3
Δε βιάζομαι και δεν αργοπορώ
μαζί με τον Αιώνα μου βαδίζω,
τον εαυτό μου κάποτε κατηγορώ
πως δεν κατάφερα τον Ποιητή του Κόσμου να αγγίζω.
Ζω μουδιασμένος, νυσταλέα παρακολουθώ
την παγερή Αναλγησία, 
το Μίσος και την Έχθρα απωθώ
με ήρεμη απελπισία.

                                                  Γ. Σοϊλεμεζίδης

10. 08. 98

 

Το ποίημα του Ιανουάριου του 2011

Χαλάρωσε…
(μια απίθανη ιστορία)

Το μπαλέτο «Δον Κιχώτης» του Minkus εδώ και πάρα πολλά χρόνια παίζεται στη σκηνή του Κρατικού Ακαδημαϊκού Θεάτρου του Κίροφ, που από το 1992 ονομάζεται Θέατρο Mariinsky της Αγίας Πετρούπολης. Και η όλη ιστορία αυτού του μπαλέτου σ’ αυτή τη σκηνή χωρίζεται σε δύο περιόδους: περίοδος «πριν» και «μετά». 

Η περίοδος «πριν» χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης και ο υπηρέτης του Σάντσο Πάντσα κυκλοφορούσαν πάνω στη σκηνή, αντίστοιχα, πάνω σε ένα άλογο και ένα γαϊδουράκι. Και το άλογο και ο γάιδαρος ήταν εν ζωή, δηλαδή αληθινά.

Η περίοδος «μετά», χαρακτηρίζεται με αυτό πως ο ευγενικός ιππότης Δον Κιχώτης
και ο Σάντσο Πάντσα περιπλανούνται πάνω στην σκηνή περπατώντας με τα πόδια τους σαν φτωχοί προσκυνητές. Πού είναι το άλογο και ο γάιδαρος; Έχουν πεθάνει; Οι εικασίες για την μυστηριώδη εξαφάνιση από τη σκηνή του αλόγου και του γάιδαρου φύτρωναν σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. Κάποια στιγμή έλαβα πληροφορίες για το συμβάν από τον ξάδελφό μου, ο οποίος εργαζόταν ως φωτιστής στο θέατρο Mariinsky. Ισχυρίζεται ότι όλα ήταν έτσι και όχι αλλιώς.

Αυτή η σπαρακτική περίπτωση, που μοίρασε την ιστορία αυτής της παράστασης στο «πριν» και «μετά» έχει συμβεί, όπως φαίνεται, ένα βράδυ στο έτος 1980. Μέχρι εκείνο το βράδυ σε κάθε παράσταση του «Δον Κιχώτη» από το τσίρκο έφερναν καλά εκπαιδευμένους για τη σκηνή ένα άλογο και ένα γάιδαρο. Αλλά σε εκείνο το μοιραία βράδυ το άλογο αρρώστησε. Η διοίκηση του θεάτρου, χωρίς να πολυσκέφτεται τις πιθανές συνέπειες, νοίκιασε από ένα αθλητικό σύλλογο το άλογο. Βεβαίως, και αυτό ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένο ζώο. Όμως υπήρχε μια μικρή ατέλεια που δεν μπήκε στην αντίληψη των υπεύθυνων.

Το ζώο ήταν μια φοράδα. Το πρόβλημα εμφανίστηκε όταν παιζόταν το πρελούντιο και δυστυχώς 
ήταν πολύ αργά να διορθωθεί το λάθος. Έχετε ποτέ προσπαθήσει να πείσετε για κάτι τον γάιδαρο που ποθεί μια φοράδα; Ευκολότερο θα ήταν να μάθαίνεις να χορεύει μια κατσαρίδα 

Στην πρώτη κοινή εμφάνιση στη σκηνή του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα ο γάιδαρος οσφράνθηκε την φοραδίτσα και τρελά ενθουσιάστηκε. Έβγαλε ένα σπαραξικάρδιο γκάρισμα, σηκώθηκε πάνω στα πίσω πόδια και αποτίναξε από πάνω του τον Σάντσο. Μετά από αυτό, από το υπογάστριο του, άρχισε να βγαίνει κάτι απίστευτο σε μέγεθος και πολύ άσεμνο στην εμφάνισή του. Ο γάιδαρος πήδηξε πάνω στη φοράδα, η οποία ήταν σαφές ότι δεν είχε αντίρρηση να παραγάγει ένα μουλάρι. Ο Δον Κιχώτης, νιώθοντας την επίθεση από πίσω, έδειξε ένα θαύμα ιππασίας, κάνοντας ένα αστραπιαίο άλμα από το άλογο του. Ο Σάντσο, με το νωτιαίο μυελό ένιωσε τι τώρα θα συμβεί και άρπαξε την ουρά του γαιδάρου και άρχισε με όλες του τις δυνάμεις να την τραβάει. Αλλά ο καταραμένος γάιδαρος δεν τα παρατούσε.

Αυτή τη στιγμή ήδη βρήκε τη σωστή τρύπα στο σώμα της φοράδας και δούλευε με την ένταση ενός κομπρεσέρ. Από κάπου στην αίθουσα ακούστηκε μια γυναικεία σπαραχτική κραυγή. Κάποιος φώναζε «Κλείστε την αυλαία!" Ο μαέστρος συνέχιζε μηχανικά να κουνάει τα χέρια του, μη ξεκολλώντας τα μάτια του από την φοβερά ελκυστική σκηνή τρέλας. Όλοι στην ορχήστρα γύρισαν τα κεφάλια τους σε 180 μοίρες και αναίσχυντα κοίταζαν τη σκηνή. Η μουσική έβγαλε δυο νότες και απεβίωσε, αντικαθιστάμενη από ένα τρελό χαχάνισμα που προερχόταν από την θέση ορχήστρας. Οι πυροσβέστες άρχισαν να ξετυλίγουν τις σωλήνες με σκοπό να συνετίσουν τον αποθρασυνόμενο γάιδαρο με το νερό.

Τελικά, η αυλαία έπεσε δύο λεπτά αργότερα. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο λεπτών στη σκηνή του φημισμένου Θεάτρου παρατηρήθηκε ως εξής: ο γάιδαρος με ένα θριαμβευτικό γκάρισμα ολοκληρώνει το πήδημα της φοράδας που με νωχελικά κλειστά μάτια απολαμβάνει το ωραιότερο έργο του Minkus. Ο Σάντσο Πάντσα τραβάει την ουρά του γάιδαρου, και όλο το σκηνικό να μοιάζει με μια διελκυστίνδα. Στη γωνία της σκηνής, κρατάει το κεφάλι του και λικνίζεται από άκρη σε άκρη, καθισμένος στο πάτωμα εντελώς τρελός ο Δον Κιχώτης. Οι πυροσβέστες έχουν εξαντληθεί από το γέλιο ξετυλίγοντας τις σωλήνες, και από τα παρασκήνια ακούγεται η κραυγή του σκηνοθέτη «Γρήγορα, καθάρματα! Θα σας σκοτώσω όλους ...!!!» Από την ορχήστρα ακούγονται κάτι βογγητά που ήδη δεν μοιάζουν και ως γέλιο. 

Όταν πέφτει η αυλαία οι μισοί θεατές διαμαρτύρονται, το ένα τρίτο (γενικά, οι ηλικιωμένες κυρίες) κείτονται λιπόθυμες, και οι υπόλοιποι ζητάνε να ανοίξει η αυλαία, γιατί όπως λένε, έχουν πληρώσει λεφτά και έχουν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν όλα. 
Στην επόμενη παράσταση ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο περπατούσανε. Πόσα κεφάλια έπεσαν μετά από αυτή την δύσμοιρη ημέρα - είναι άγνωστό, αλλά δεν είναι και σημαντικό. 

Όπως είπε ένας γνωστός λόγιος, ο Ηράκλι Αντρόνικοφ - «Μπορείτε να στείλετε συλλυπητήρια στο τσίρκο: η καλύτερη παράστασή τους δεν έγινε στην αρένα του τσίρκου, αλλά στο Θέατρο Mariinsky »...

Αγνώστου

 

Το ποίημα του Φεβρουάριου του 2011

Εξουσία

Σε κάθε εξουσία
το σπέρμα της αυθαιρεσίας 
και της αλαζονείας υπάρχει.
Ατελή ανθρώπινα πλάσματα 
να την ασκήσουν καλούνται, 
τη δικαιοσύνη και την ισότητα 
στις κοινωνίες να εξασφαλίσουν. 
Σύμφυτη με την αξιοκρατία 
η Δημοκρατία, τους ενάρετους,
τους αν ιδιοτελείς και τους δίκαιους 
θα έπρεπε στα αξιώματα 
του κράτους να αναδεικνύει. 
Πώς, όμως, αφού η πλειοψηφία 
στους φαύλους, στους εγωιστές 
και στους ανέντιμους ανήκει; 
Οι ενάρετοι, οι έντιμοι, οι άξιοι 
ασφυκτιούν και φεύγουν. 

Γ.Α. Χιωτάκης 

 

Το ποίημα του Μάρτιου του 2011

Στον στιχοποιό

Να χάνεις του λόγου τη φρεσκάδα και των αισθημάτων την απλότητα
Δεν είναι ίδιο; Με το να χάνει ο ζωγράφος την ορατότητα,
Ή ο ηθοποιός τη φωνή και της κίνησης του την τροχιά,
Και η γυναίκα του προσώπου την ομορφιά;

Μην προσπαθείς για τον εαυτό σου να κρατάς
Αυτό που σου έδωσαν τα ουράνια:
Είσαι καταδικασμένος 
Όχι να μαζεύεις, αλλά να σπαταλάς.

Να βαδίζεις μοναχικός και να γιατρεύεις τους τυφλούς
Για να γνωρίζεις τη δύσκολη ώρα της αμφιβολίας,
Των μαθητών χαιρέκακων τον εμπαιγμό
Και του ανελέητου όχλου τον διωγμό.

Α. Αχμάτοβα
(μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδης)

 

Το ποίημα του Απριλίου του 2011

Λόγια-δολώματα

Το βράδυ σήμερα θα μπω στα όνειρά σου
Κι ένα περίπατο θα κάνουμε στο φεγγάρι
Μέσα στα πέτρινα βουνά,
Σαν ένα τέλειο ζευγάρι.

Τ’ αστέρια σαν χάντρες στα κομπολόγια,
Κινούνται στου σύμπαντος το σκοτεινό ωκεανό.
Ο χρόνος επιστρέφει και ο άμμος στα ρολόγια
Πέφτει πίσω… στον ουρανό.

Το χέρι σου στο χέρι μου πήρα
Και δεν μπορώ αυτό που θέλω να σου πω.
Στο δρόμο μας θα συναντήσουμε τη Μοίρα
Με διάφανο από τα δάκρυα πρόσωπο.

Γνωρίζεις πως με χαμόγελο να θίγεις,
Πως ν’ αγαπάς χωρίς λόγια-δολώματα,
Και πως από τον εαυτό σου να ξεφύγεις
Χωρίς ν’ αφήσεις αποτυπώματα.

Διήγησέ μου, σε ικετεύω με στοργή,
Θα το κρατώ μυστικό!
Αλλά τι άκαιρα! Ήρθε η αυγή 
Και άγγιξε το σώμα σου γυμνό.

Ξύπνησες… Αύριο. Ξανά λαθραία…
Μέσα στου φεγγαριού το φως θαμπό…
Συγνώμη, είμαι μόνη, δεν έχω παρέα,
Μόνο στα όνειρά σου μπορώ να μπω.

                                                           Γκ. Πολίνσκαγια
                                                      (μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδης)

 

Το ποίημα του Απριλίου-Μαΐου του 2011

Ανοιχτή επιστολή προς τους Έλληνες εκδότες

Είναι στις δυνατότητές σας να πάρετε στα σοβαρά το παραμύθι «Το Μαγαζί της Ευτυχίας» που έχω μεταφράσει και να το κάνετε πραγματικότητα. Θέλω να πιστέψω πως μεταξύ σας υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που θα δείξει σοβαρότητα σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς: Θα πιστέψει και θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να χαρίζει ευτυχία στους συνανθρώπους του. Θα δείξει, όχι την «σοβαρότητα» που είναι το καταφύγιο των ρηχών ανθρώπων, αλλά την αληθινή σοβαρότητα που είναι ικανή να αντιμετωπίζει με χαμόγελο το πρόσωπο της δυστυχίας.
Το Μεγάλο Βιβλίο της Ευτυχίας θα μπορούσε να εκδοθεί με το ωραίο «παραμύθι» της Ρωσίδας συγγραφέα Έλφίκα στις πρώτες σελίδες.
Έτσι τουλάχιστον νομίζω εγώ.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Γιώργος Σοϊλεμεζίδης


Το Μαγαζί της Ευτυχίας

H Δευτέρα είναι μια βαριά ημέρα και δόξα το Θεό που και αυτή κάποια στιγμή τελειώνει. Έσερνα τα πόδια μου επιστρέφοντας από τη δουλειά, και η καρδιά μου ήταν περίπου ίδια όπως και ο ουρανός: βαριά, συννεφιασμένη και λασπωμένη. Ψιχάλιζε, και αυτό ήταν μια λογική ολοκλήρωση της κουραστικής ημέρας. 

Εκ τούτου, όταν έστριψα στο δρόμο που οδηγεί στο σπίτι μου, είδα ότι είναι αδύνατο να περάσω, ο δρόμος ήταν κλειστός, διεξάγονταν επισκευαστικές εργασίες. 
Ήμουν αναγκασμένη να στρίψω δεξιά και η διάθεση μου χάλασε περισσότερο. Ποτέ δεν έτυχε να κάνω αυτή τη διαδρομή και πρώτη φορά είδα το κατάστημα η ονομασία του οποίου μου προκάλεσε έκπληξη, ονομαζόταν «Το Μαγαζί της Ευτυχίας». 
"Ενδιαφέρον, τι πουλάνε σ’ αυτό το κατάστημα;", σκέφτηκα με περιέργεια εγώ. Αυτή τη στιγμή η βροχή δυνάμωσε κι εγώ με αποφασιστικότητα βούτηξα μέσα στο κατάστημα. Η πόρτα απαλά έκλισε πίσω μου, και η μελωδία του κουδουνιού προκάλεσε ευχάριστη δόνηση μέσα μου, σαν να γελούσε κάποιος εκεί. Και αυτό γέννησε χαρούμενη συγκίνηση, σαν επρόκειτο να συμβεί κάτι ωραίο. 
Μπήκα μέσα και σταμάτησα, αυτό που είδα μου προκάλεσε αμηχανία. Το κατάστημα ήταν παράξενο, θύμιζε περισσότερο αποθήκη γεμάτη με παλιοπράματα. Ανάμεσα στα ράφια και πάγκους, κοιτάζοντας και αγγίζοντας διαφορετικά προϊόντα, περιπλανιόνταν οι πελάτες. Βασίλευε κάποια χαρούμενη ζωντάνια. Προς την έξοδο προχωρούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα, που έλαμπε σαν ένα εορταστικό φανάρι. Καθώς περνούσε δίπλα μου, χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. 
- Με συγχωρείτε, τι πουλάνε εδώ; ρώτησα τη γυναίκα.
Πως τι; έκπληκτη είπε η γυναίκα. Ο, τι είναι γραμμένο, εκείνο και πουλάνε. Ευτυχία, κορίτσι μου! Ευτυχία! 
- Και σε… ποια μορφή; 
- Ό, τι μορφή επιλέγεις, καλή μου! Με πόντους, με κιλό, με κομμάτια! μάλλον, έδειχνα ανόητη, διότι η ηλικιωμένη γυναίκα γέλασε:
- Μην αμφιβάλλεις, κορίτσι μου, είναι εμπορεύματα καλής ποιότητας. Είμαι εδώ τακτική πελάτισσα. Θα σου αρέσει! 
Και η ηλικιωμένη γυναίκα συνοδευόμενη από τη μελωδία του κουδουνιού βγήκε έξω από το κατάστημα. Ενώ εμένα πλησίαζε ο πωλητής με μικρή καρτέλα στο στήθος που έγραφε «Μιχάλης, πωλητής της ευτυχίας».
- Ζητώ συγγνώμη για καθυστέρηση, είπε ο πωλητής ευτυχίας Μιχάλης, βλέπω πως ήρθατε για πρώτη φορά στο κατάστημά μας.
- Δηλαδή, θυμάστε όλους τους πελάτες σας, με έκπληξη ρώτησα εγώ. 
Φυσικά! Μετά την απόφασή του να γίνει ευτυχισμένος ο άνθρωπος γίνεται συνήθως Πιστός Πελάτης της Ευτυχίας, εξήγησε ο Μιχάλης. 
- Τι ιδιαίτερα χαρούμενο περιέχουν τα προϊόντα σας, ρώτησα με κάποια απορία. 
- Επιτρέψτε μου να σας συνοδεύσω για μια σύντομη περιήγηση και θα σας δείξω, την καλή όψη της πραμάτειάς μας. Με πήρε από τον αγκώνα μου και με οδήγησε στον πάγκο. 
- Προσοχή! Μαγικά καλειδοσκόπια! Δίνουν φωτεινότητα στη ζωή! Συνεχής αλλαγή εντυπώσεων, 
φαντασμαγορία χρωμάτων, πολλοί διαφορετικοί συνδυασμοί!
- Μα αυτό είναι μόνο ένα παιχνίδι! διαμαρτυρήθηκα εγώ. 
- Και εσείς, βεβαίως, πιστεύετε ότι η ζωή είναι ένα τόσο σοβαρό πράγμα και δεν έχουν θέση μέσα της κάποια παιχνίδια; ρώτησε ο Μιχάλης.
- Ακριβώς, πολύ σοβαρό πράγμα! επιβεβαίωσα εγώ. Εάν οι ενήλικοι θα μπορούσαν να παίζουν σαν παιδία... 
- Παίξτε, λοιπόν! πρότεινε ο Μιχάλης, ποιος σ έναν ενήλικο μπορεί να το απαγορέψει; 
- Μα, έχω ευθύνες ... δουλειά και άλλα διάφορα…, βαρύθυμα είπα εγώ. 
- Είστε σίγουρη! Το πρώτο βηματάκη προς την Ευτυχία: Βάλετε αυτό το καλειδοσκόπιο στην τσάντα σας, και όταν βαρεθείτε, είστε λυπημένη ή κουραστήκατε, θυσιάστε δυο λεπτά σ’ αυτό το καλειδοσκόπιο και θα δείτε πως η ζωή σας θα λάμψει με φωτεινά χρώματα. 
- Θα το σκεφτώ, είπα διπλωματικά. 
- Ας προχωρήσουμε! πρότεινε ο Μιχάλης, θα σας δείξω πως λειτουργεί η συσκευή για να φτιάχνετε σαπουνόφουσκες. Κοιτάξτε! Πόσο διαφορετικά είναι! Και πως σκάνε! 
- Και τι έγινε; με απορία είπα εγώ.
- Μα πώς «τι έγινε;», με ενθουσιασμό αναφώνησε ο Μιχάλης. Όλα τα προβλήματά σας αμέσως σκάνε σαν σαπουνόφουσκες. Σπάνε εύκολα! Όμορφα! Αυτό δεν είναι ευτυχία;
- Θα ήταν ωραία, αν και στη ζωή θα έσκαγαν με τόση ευκολία, αναστέναξα εγώ. 
- Τα περισσότερα προβλήματά μας τα μεγαλοποιούμε, σίγουρα είναι παραφουσκωμένα. Ακριβώς όπως αυτές οι φυσαλίδες. Μάθετε να αντιμετωπίζετε τα προβλήματά ως σαπουνόφουσκες, κοιτάξτε τις με χαμόγελο, θαυμάστε πως ιριδίζουν στην επιφάνειά τους διάφορα χρώματα και αφήστε τις να σκάνε! Κοιτάξτε, έτσι! και έφτιαξε μεγάλες φούσκες που σε λίγο έσκασαν.
Ναι! αυτός ο Μιχάλης έλεγε παράξενα πράγματα, αλλά δεν ξέρω γιατί ήθελα να τον πιστέψω! Ήταν ... αρκετά πειστικός. 
- Καλώς, αυτά που λέτε έχουν μεγάλη δόση αλήθειας, συμφώνησα εγώ, αλλά να πιστέψω, πως το καλειδοσκόπιο και οι σαπουνόφουσκες αποτελούν την ευτυχία, δεν μπορώ. Παρακαλώ να με συγχωρείτε!
- Να πάμε στο τμήμα υφασμάτων! είπε - χωρίς καθόλου να θίγετε - ο πωλητής της ευτυχίας, έχουμε υπέροχα υφάσματα. Εμπρός, προς την ευτυχία! 
Τον ακολούθησα στο επόμενο πάγκο. Εκεί πράγματι υπήρχε μια απίστευτη ποικιλία υφασμάτων με απίθανα χρώματα. Ένας πωλητής του τμήματος υπηρετούσε μια μεσήλικη κυρία. 
- Έχετε κάποιο χαρούμενο τσίτι; ρωτούσε εκείνη.
- Βεβαίως, κυρία μου! Κοιτάξτε εδώ! έλεγε ο εύθυμος πωλητής, απλώνοντας μπροστά της ανοιχτό πράσινο τσίτι, που ήχε αποτυπωμένα αστεία λαγουδάκια. Εξαιρετικά χαρούμενο και κεφάτο! Ας γελάσουμε μαζί! και γέλασε πρώτος, μετά και η κυρία. Ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, προφανώς ευχαριστημένοι ο ένας από τον άλλο και από τη ζωή. Παρά τη θέλησή μου άρχισα να γελάω κι εγώ. 
- Θα ράψω για τον εαυτό μου μια χαρούμενη ποδιά και αστεία γάντια κουζίνας! Όταν θα μαγειρεύω, το γέλιο θα πέσει στο φαγητό και όλη μου η οικογένεια θα διασκεδάσει, είπε η γυναίκα 

Θαύμαζα το πρόσωπό της. Ήταν σαν να εκπέμπει φώς, και στα μάτια της και στις γωνίες του στόματος της κρυβόταν η ευτυχία. 
- Μερικές φορές είναι αρκετό να περιβληθείς από ωραία πράγματα και η ζωή μπορεί να γίνει πιο ευχάριστη, είπε ο Μιχάλης. 
- Τόσο απλά;! Δεν πίστεψα εγώ, μα όλα αυτά, είναι μικροπράγματα! 
- Στην ουσία και η ζωή αποτελείται από μικρά πράγματα, με πίστη είπε ο Μιχάλης. Και η ευτυχία, επίσης, δημιουργείται από μικρά πράγματα. Συχνά λέμε: «Μικροπράγματα, αλλά ευχάριστα». Και τώρα φανταστείτε πως θα είναι , αν τα ευχάριστα πράγματα θα είναι πολλά; 
- Μάλιστα, θα είναι φανταστικό! χαμογέλασα εγώ, και αυτό θα είναι ευτυχία! 
- Μπράβο! Εσείς ήδη αντιληφθήκατε την ουσία των προϊόντων μας! με θαυμασμό είπε ο πωλητής ευτυχίας Μιχάλης, αλλά εμείς ακόμη δεν τελειώσαμε. Εμπρός, ελάτε μαζί μου. Θέλω να σας δείξω το νέο μας προϊόν! Το Μεγάλο Βιβλίο της Ευτυχίας! Μόλις το παραλάβαμε! 
Το τμήμα που πουλούσε βιβλία είχε πολλά και διάφορα πράγματα, αλλά ο Μιχάλης δε μου έδωσε την ευκαιρία να καλοκοιτάξω τα βιβλία. Αμέσως έβαλε στα χέρια μου ένα συμπαθητικό βιβλίο με φωτεινό εξώφυλλο. Όταν το άνοιξα στην τύχη με έκπληξη είδα, ότι η σελίδα του είναι κενή! Δηλαδή, σχεδόν κενή: στην κορυφή της σελίδας έγραφε: «Σήμερα ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου!", και στο κάτω μέρος της σελίδας έγραφε "Και αύριο θα είναι ακόμα καλύτερα!", ενώ η ίδια η σελίδα ήταν καθαρή και είχε παράλληλες γραμμές, ακριβώς όπως το τετράδιο για την πρώτη τάξη. Η έκπληξή μου μεγάλωσε όταν ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ανακάλυψα ότι η κάθε σελίδα, δηλαδή, ολόκληρο το βιβλίο ήταν έτσι.
- Σας αρέσει; με περηφάνια ρώτησε ο Μιχάλης. 
Μα εδώ δε γράφει τίποτα! είπα εγώ αγανακτισμένη.
- Φυσικά! επιβεβαίωσε ο Μιχάλης, εδώ είναι η ουσία! Θα γράφετε και θα το γεμίζετε μόνη σας. 
- Πως, μόνη μου; αιφνιδιάστηκα εγώ. Μα εγώ δεν είμαι συγγραφέας! 
- Σήμερα, ναι, αλλά αύριο τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, αινιγματικά είπε ο Μιχάλης. Μου επιτρέπετε να σας κάνω μια μικρή διάλεξη; 
- Ναι, βεβαίως, ήμουν πολύ περίεργη. 
- Η κάθε μέρα μας είναι γεμάτη με διάφορα περιστατικά, και κάποια απ’ αυτά μας αρέσουν, ενώ τα υπόλοιπα, όχι. Παραδόξως, αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο θυμόμαστε τα «κακά» γεγονότα και το μυαλό μας τα καταγράφει και αυτά μας ταλαιπωρούν μακρόχρονα, ενώ τα καλά πολύ γρήγορα τα ξεχνάμε! Ως αποτέλεσμα, η ευτυχία μας πάσχει! Συμφωνείτε μαζί μου; 
- Ναι, συμφωνώ, αυτό είναι αλήθεια, ομολόγησα εγώ. Πράγματι, μερικές φορές, κάτι μικροσκοπικά δυσάρεστο μπορεί να καταστρέψει μια ολόκληρη ημέρα. 
- Υπέροχα! Όμως… δεν σκεφτήκατε πως και τα μικροσκοπικά ευχάριστα, ειδικά όταν είναι μαζεμένα μπορούν να φτιάξουν την ημέρα σας, ακόμη και ολόκληρη τη ζωή σας; Ακριβώς αυτή τη δουλειά κάνει το Μεγάλο Βιβλίο της Ευτυχίας! Να γράφουμε μόνο τα ευχάριστα συμβάντα, ακόμα και τα πολύ μικρά. Τουλάχιστον πέντε την ημέρα! Περισσότερα, μπορείτε, αλλά λιγότερα, όχι!
- Μα από πού θα «μαζέψω» τόσα ευτυχή επεισόδια σε μια μέρα; διαμαρτυρήθηκα εγώ.
- Επιτρέψτε μου, να μη συμφωνήσω μαζί σας. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ εύκολο, απλά εσείς ακόμη δεν έχετε δοκιμάσει, είπε ο πωλητής ευτυχίας Φυσικά, τις πρώτες μέρες θα πρέπει να ανασυνθέσετε τη σκέψη σας για διαφορετική αντίληψη. Αλλά, είμαι σίγουρος, πολύ γρήγορα θα τα καταφέρετε γιατί είναι πολύ ευχάριστη διαδικασία. Μπορείτε να προσπαθήσετε τώρα, αυτή τη στιγμή! Λοιπόν, τη είχε συμβεί σήμερα και σας έκανε χαρούμενη; 
- Δεν θυμάμαι, είπα εγώ με απογοήτευση, ήταν βαριά η μέρα απ’ το πρωί.
- Σήμερα, είχατε τραυματιστεί; 
- Όχι! Τι λέτε τώρα; τον κοιτούσα με αμηχανία.
-Ωραία! Αυτό, δεν είναι ευτυχία; Το γράφουμε στο βιβλίο, χάρηκε ο Μιχάλης. Είχατε χάσει τίποτα σήμερα;
- Ναι, είχα χάσει ένα σημαντικό έγγραφο, αλλά αργότερα βρέθηκε ανάμεσα στα χαρτιά, επιβεβαίωσα εγώ.
- Καταπληκτικά! και αυτό είναι ευτυχία! Έτσι δεν είναι; συνέχισε την κατάρτιση ο Μιχάλης, ταυτόχρονα γράφοντας τα περιστατικά.
- Είναι, συμφώνησα εγώ. Όταν το βρήκα πράγματι χάρηκα πολύ. 
- Μπράβο, και τώρα ίδια θυμηθείτε, βλέπω πως ήδη μπήκατε στο νόημα, με είχε ενθαρρύνει ο Μιχάλης. 
- Λοιπόν ... σήμερα είδα ένα αστείο σκυλάκι. Ήταν πολύ δασύτριχο και φορούσε μικρό παλτουδάκι, σαν να ήταν από τσίρκο. Και η συνοδός του ήταν πολύ δασύτριχη και έμοιαζαν! 
Ωραία! Είστε, καλή μαθήτρια! με παίνεψε ο Μιχάλης.
- Επίσης σήμερα τελικά τέλειωσα την έκθεση. Κουράστηκα πολύ, αλλά την ολοκλήρωσα! καυχήθηκα εγώ
- Ήδη έχουμε, τέσσερα, υπολόγισε ο Μιχάλης. Έμεινε το τελευταίο πέμπτο επεισόδιο. Λοιπόν…;
- Μετά…, σκεφτόμουν εγώ, έβρεχε και εγώ πήγαινα στο σπίτι, είδα ότι ο δρόμος επισκευάζεται, είναι κλειστός και πήγα να παρακάμψω ... Ναι! Μετά είδα το όμορφο μαγαζί σας και μπήκα μέσα! φώναξα εγώ. Γράψτε το! 
Ευχαρίστως! είπε ο Μιχάλης, συνεχίζοντας να γράφει. Είμαι κολακευμένος που θεωρήσατε απαραίτητο να επισημανθεί το γεγονός ως ευτυχισμένη στιγμή. Περίφημα! Και τα πέντε επεισόδια είναι γραμμένα! Το Μεγάλο Βιβλίο της Ευτυχίας άρχισε να γράφετε! 
- Κι έτσι κάθε μέρα; ρώτησα εγώ. Κι όταν οι σελίδες θα τελειώσουν; 
-Τότε το μυαλό σας θα έχει συνηθίσει να ορίζει τα ευτυχείς περιστατικά αυτόματα, και όχι μόνο πέντε συμβάντα ανά ημέρα, αλλά πολύ περισσότερο, είχε υποσχεθεί ο Μιχάλης. Και η ζωή σας θα είναι γεμάτη χαρά! 
- Σας ευχαριστώ, είπα στον Μιχάλη. Τελικά με πείσατε και θα πάρω αυτό το βιβλίο της Ευτυχίας. 
- Πάρτε το ως δώρο από το κατάστημά μας, με χαμόγελο υποκλίθηκε ο Μιχάλης. Πάντα κάτι χαρίζουμε στον κάθε νέο αγοραστή. 
- Άλλη μια ευτυχία! Χάρηκα εγώ. Σας ευχαριστώ! 
- Λοιπόν, αυτό είναι ήδη το έκτο σημείο που θα μπει στο βιβλίο σας σήμερα, χαμογέλασε ο Μιχάλης. - Ναι, φυσικά! Επίσης θα αγοράσω μια συσκευή για να σκάνε τα προβλήματά μου και ένα καλειδοσκόπιο για την αύξηση της φωτεινότητας της ζωής μου! Αυτά θα είναι οι ευτυχίες έβδομη και όγδοη! Ξεστόμισα εγώ.- Είμαι πολύ χαρούμενος! Θέλετε να τα βάλω σε ένα σακούλι του μαγαζιού; 
- Ναι, παρακαλώ, είπα εγώ. 
Το σακούλι ήταν επίσης πολύ ωραίο, πορτοκαλί, με διάφορων μεγεθών λευκούς κύκλους. Πάνω στο πακέτο έγραφε: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ευτυχισμένοι! ". Μου άρεσε η επιγραφή. 
Ο Μιχάλης με συνόδεψε μέχρι την έξοδο. Η πόρτα είχε μια μεγάλη όμορφη ταμπέλα: «Πάντα υπάρχει έξοδος!». Μου άρεσε και αυτή η επιγραφή.
- Τέτοιους ταμπέλες έχουν όλες οι πόρτες, είπε ο Μιχάλης, για να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει πάντα λύση για οποιοδήποτε πρόβλημα! Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψη. Ελάτε να μας δείτε ξανά. - Οπωσδήποτε θα ‘ρθω, είχα υποσχεθεί εγώ. Θέλω να δω, και τα’ άλλα εμπορεύματά σας. 
- Ω! εκτιμούμε ειδικά τους τακτικούς πελάτες μας! είπε ο Μιχάλης. 
- Νομίζω πως πελατεία σας είναι όλη η πόλη, ρώτησα με ενδιαφέρων 
- Δυστυχώς, όχι! με λύπη απάντησε ο Πωλητής της Ευτυχίας. Περιέργως, όμως όλοι λένε ότι θέλουν να είναι ευτυχισμένη, αλλά δεν θέλουν να κάνουν κάτι για αυτό. Όμως, εμείς ασχολούμαστε πάνω στο θέμα! Βελτιώνουμε την γκάμα των προϊόντων μας, τη συσκευασία, τη διαφήμιση, έτσι, μπορείτε πάντα να βρείτε κάτι καινούργιο και ενδιαφέρον. Γεια σας! Και ευτυχία σε σας! 

Το μελωδικό κουδούνι χτύπησε και βγήκα στο δρόμο. Η ψυχή μου τραγουδούσε. Πήγαινα στο σπίτι, και οι άνθρωποι που περνούσαν δίπλα μου με κοιτούσαν με περιέργεια. Πιθανώς, λόγω της πορτοκαλί μου σακούλας, και ίσως γιατί δεν έφευγε από το πρόσωπό μου το χαμόγελο. Ή ίσως κι εγώ έλαμπα, όπως η ηλικιωμένη κυρία που συνάντησα στην είσοδο όταν μπήκα στο Μαγαζί. Και αυτό, εγώ εκτίμησα ως άλλη μια ευτυχία.
- Ένατη, είπα μηχανικά. Δεν πρέπει να ξεχάσω να το γράψω στο Μεγάλο Βιβλίο της Ευτυχίας μου. 

Ελφίκα
(μετάφραση από τα ρωσικά Γ. Σοϊλεμεζίδης)

 

Το ποίημα του Ιούνίου του 2011

Λέτε οι δικαστεισαγγεγόροι να έχουν ενδιαφέρον να μη γίνονται αδικίες; 
Ο μπάτσος, να εξαφανιστεί η εγκληματικότητα;
Ο γιατρός, να μην αρρωστήσει ο κόσμος;
Ο στρατηλάτης, να κυριαρχήσει η ειρήνη;
Ο επιχειρηματίας, να κάνει προϊόντα που αντέχουν στο χρόνο;
Ο πολιτικός, να μην έχει προβλήματα ο λαός;
Ο δημοσιογράφος, να μην πάει κατά διαόλου ολόκληρο το σύμπαν;
Τι σκατοκόσμο χτίσαμε;

Και το τραγικό είναι πως αυτές οι μαύρες σκέψεις έχουν το πιο γόνιμο έδαφος για να φυτρώσουν στη δική μου χώρα.

Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Ιουλίου του 2011

Οι ποιητές

Όλοι εµείς που γράφουµε 
το χρήµα δε ζητάµε 
τη δόξα δεν την ψάχνουµε 
ούτε την κυνηγάµε. 
Τον πλούτο δεν το θέλουµε, 
πλούτος µας τα γραπτά µας 
και τη ζωή γεµίζουµε 
µε τα ποιήµατά µας. 
Τον πόνο µας τον κάνουµε 
τραγούδι που µιλάει 
άστρο λαµπρό στον ουρανό 
που όλους σας κοιτάει. 
Και η δική µας πληρωµή 
είναι να σας αγγίζουν 
και κάποιες ώρες αδειανές 
εσάς να σας γεµίζουν. 

                                          Μαρκέλα Αιγηνίτου

 

Το ποίημα του Σεπτέμβρη του 2011

Οι Φοιτητές

Θέλουν να κάνουν μιαν αρχή
κι όλοι πιστεύουν πως στη γη
θα φέρουν την κοινωνική δικαιοσύνη.

Και το ‘χουν δόξα και τιμή
αίμα να χύσουν στη στιγμή 
για τη Φιλία των λαών και την Ειρήνη.

Κι όταν ενώνουν την φωνή
με υψωμένη την πυγμή
δονούν απ’ άκρη σ’ άκρη τ’ ουρανού οι θόλοι.

Κάθε ιδέα, μια φωτιά, 
που λάμπει μέσα στη ματιά
και το σκοτάδι διώχνει πάνω απ’ την πόλη.

Ρεφρέν
Οι φοιτητές, οι φοιτητές
θύματα κι εξουσιαστές 
οι φοιτητές, οι φοιτητές
επαναστάτες κι εραστές (δις)

Κρατούν παντιέρα ανοιχτή
με τη φωνή του Ποιητή:
«θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία».

Κι αυτά τα νιάτα τα χρυσά
εκεί στου δρόμου τα μισά
θα καταγράψουν την δική τους ιστορία.

Κι όταν θα πιάσουν μια δουλειά
και θα γκριζάρουν τα μαλλιά
θ’ αναπολούν το παρελθόν που ‘ναι χαμένο.

Και οι παλιοί οι Φοιτητές, 
φανατικοί αγωνιστές, 
έγιναν τώρα πια το νέο κατεστημένο.

                                                                        Ζένια Κατσούλη

 

Το ποίημα του Οκτώβρη του 2011

Μη μου μιλάς

Ας μη μιλάμε για τη ζωή σου,

για τη ζωή μου, πνοή μου,

για τα παλιά και για τα ξεχασμένα.

Μη μου μιλάς για ό,τι πέρασε,

που πίκρες άπειρες μας κέρασε.

Μην ψάχνεις ποιου το φταίξιμο, μωρό μου!

δικό σου, ίσως, ή δικό μου!

Φτάνει απ' τ' όνειρο ας μη φύγουμε και πάλι,

από το γνώριμο δικό μας προσκεφάλι.

Σαν την πηγή, η αγάπη αναβλύζει,

σαν το ποτάμι με κρυστάλλινο νερό,

κι έτσι, σαν κάτι ιερό,

ας την αφήσουμε απλά να μας φωτίζει.

                                                               Ματίνα Μοονδρέα

Το ποίημα του Νοέμβρη του 2011

Του κρασιού

Δεν είναι ο έρωτας κρασί
γλυκό που να μεθάει
να παίρνεις την ψαρόβαρκα 
κι όπου θέλει ας σε πάει.

Ο έρωτας είναι πικρό φίλτρο
που βαλαντώνει, 
είναι κεντρί φαρμακερό
κι όπου χωθεί πληγώνει.

Κέρνα λοιπόν κρασί γλυκό
το χρόνο να μεθύσει 
πριν ξεχαστούμε ναυαγοί 
σε κάποιο ερημονήσι...

Και μείνουμε πραματευτές,
αιώνιοι ταξιδιώτες, 
πλανόδιοι μικροπωλητές, 
θύματα ή προδότες...

                                          Ελένη Χωρεάνθη

 

Το ποίημα του Δεκέμβρη του 2011

Μόνο ο σοφός

Μόνο ο σοφός απομακρύνεται από τους ανθρώπους
και γνωρίζει την ομορφιά της μοναχικότητας.

Μόνο ο σοφός δεν αγγίζει το χρήμα 
και δεν λερώνει την ψυχή του με επιθυμίες.

Μόνο ο σοφός δεν κάνει φίλους 
και δεν ξέρει, τι είναι η προδοσία.

Μόνο ο σοφός ερωτεύεται 
για να χαρίζει στιγμές ευτυχίας.

Μόνο ο σοφός δεν κάνει οικογένεια 
και δεν πέφτει στην άβυσσο της απογοήτευσης.

Μόνο ο σοφός δεν γνωρίζει την έννοια της αδικίας 
και ευχαριστιέται με το Δίκαιο της Φύσης.

Μόνο ο σοφός αγνοεί την τέχνη
που ασχολείται με τα πάθη.

Μόνο ο σοφός αποφεύγει τη δουλεία της δουλειάς.

Μόνο ο σοφός είναι ελεύθερος.

Μόνο ο σοφός δεν μπορεί να επιβιώσει 
μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων.

Μόνος ο σοφός…

                                                         Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Φεβρουάριο του 2012

Το χρήμα

Από καιρό το δίκαιο αναζητούσαν οι ονειροπόλοι τρωγλοδύτες
Ως το "απόλυτο" καλό την Δημοκρατία σοφίστηκαν οι αρχαίοι Έλληνες πολίτες, 
Ενώ, το Παντοδύναμο κακό κρυφομεγάλωνε φέρνοντας ήττες,
Και τελικά ανέδειξαν το απόλυτο Κακό οι αδηφάγοι τραπεζίτες.

Γ. Σοϊλεμεζίδης 

 

Το ποίημα του Μάρτιο του 2012

Προσευχή

Κύριε, 
για τον πολύπαθο τούτο λαό 
π' αγκοµαχάει, στενάζει ... 
                                     πόνοι πόσοι ... 
Τα µάτια πια στερέψανε 
και το στερνό το δάκρυ έχει πετρώσει. 
Κύριε, 
µοχθεί εδώ ένας λαός ... 
και σπιθαμή µε σπιθαµή 
              τη γης αυτή 
                       µ' αίµα κι' ιδρώτα έχει ποτίσει, 
Κτυπήθηκε, 
            ανεµοδάρθηκε 
                         σε πάθη κι άγρια µίση. 
Κύριε, 
για τον πολύπαθο τούτο λαό 
π' αγκοµαχάει, στενάζει, ιδρώνει ... 

                                               Στ.  Μπολέτσης

Το ποίημα του Αυγούστου του 2012

Μάθημα ιστορίας

Στο βάθος του χρόνου ήμουνα πίθηκος.
Ύστερα ανακάλυψα τα εργαλεία.
Πολέμησα σταυροφόρος στην Ιερουσαλήμ
βίασα γυναίκες, κήρυξα την ισότητα, με σταύρωσαν.
Τον Oχτώβρη του 17 έκλαψα από ατέλειωτη ευτυχία. 
Τώρα με τα κουρέλια που μου απόμειναν
προσπαθώ να φτιάξω ένα ομοίωμα ανθρώπου. 

                                                            Τάσος Λειβαδίτης

 

Το ποίημα του Σεπτέμβρη του 2012

Τα πολύ επίκαιρα για την κρίση στην Ελλάδα. 
(η ανικανότητα της κυβέρνησης είναι κάτι δεδομένο και αυτό μας οδηγεί στη … σωτηρία της χώρας)

Αν ένα πρόβλημα δεν έχει λύση, μεγέθυνέ το.
Ντ. Αϊζενχάουερ
Όσο μεγαλύτερο είναι το χάος, τόσο κοντύτερα βρίσκεται η λύση
Κινέζικη παροιμία

 

Το ποίημα του Οκτώβρη του 2012

Τρισκατάρατο το έθνος με απλωμένο χέρι...

"Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ' τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους."
                                                                                                           Χαλίλ Γκιμπράν (από την Καλιρρόη Παπακώστα)

Το ποίημα του Νοέμβρη του 2012

Εφημερίδων αναγνώστες

Σέρνεται το φίδι υπόγειο,
Κουβαλάει κοσμάκη προς το ισόγειο.
Κι ο καθένας με το δικό του φύλλο, 
Δηλαδή εφημερίδα-ψύλλο.
Αντανακλαστικό εξάρτησης μηρυκασμού.
Κοινωνικής γνώμης διαγνώστες.
Αναμασητές τετριμμένων ιδεών,
Εφημερίδων αναγνώστες.

Ποιοι είναι η διαβαστές;
Άνδρες; Γυναίκες; Εχθροί ή φίλοι;
Δίχως πρόσωπα οπτασιαστές, 
Τα πρόσωπα – εφημερίδες φύλλα!
Τα οποία φοράει όλοι η χώρα.
Από το κούτελο έως τον αφαλό.
Πέταξέ τα, δεσποινίς! Τώρα!
Θα γεννάς όντα 
χωρίς μυαλό.

Φούσκω – «με την αδελφή του ζει»,
Νουν – «σκότωσε πατέρα» – 
Φουσκώνουν ματαιότητα πεζή,
Αντλούν τη λέρα.

Απαρατήρητη γι’ αυτούς η εναλλαγή:
Δύση – αυγή. 
Του κενού καταναλωτές,
Των εφημερίδων αγοραστές.

Τύπος του τύπου: σακατιλίκι,
Γαζέτα κρατάς: δυσωδία.
Ό, τι στήλη: φρίκη, 
Ό, τι παράγραφος: αηδία.

Την Ημέρα Κρίσεως θα παρουσιαστείτε με τι;
Εσείς οι ψευδοπαντογνώστες:
Αρπαχτές του κατιτί, 
Εφημερίδων αναγνώστες.

Τεμπέλιαζε! Έκλεβε! Αναμορφωτήριο!
Του τύπου το μίασμα με πεδούκλα.
Του Γουτεμβέργιου το πιεστήριο
Γεννάει και πανούκλα!

Καλύτερα στο νεκροτομείο,
Παρά στο πυορροών νοσοκομείο.
Τους ξύστες των εφελκίδων, 
Τους νεκρόφιλους των εφημερίδων.

Των νέων ψυχών διαρρήκτες,
Της ασχήμιας καλλιγράφοι, 
Αιμομίκτες
Δημοσιογράφοι!

Αυτά είναι τα αισθήματά μου.
(Ίσως και πιο σκληρά)
Παρά σε τούτα τα κουπλέ αιχμηρά,
Όταν κρατώντας τα ποιήματά μου

Στέκομαι μπροστά σε φάτσα – κουλούρι,
Που εν-Κενού το τέρας.
Δηλαδή, απρόσωπη μούρη
Του αρχισυντάκτη 
της έντυπης λέρας.

15 Νοέμβρη 1935

Μαρίνα Τσβετάγεβα
(Μετάφραση από τα ρωσικά Γ. Σοϊλεμεζίδης)


P.S. (του μεταφραστή)
Ευτυχώς αυτοκτόνησα το σαράντα δύο, 
Γιατί η μόλυνση διαδόθηκε με γοργάδα
Και η ψύχο-φθορά τιμήθηκε με βραβεία,
Θεωρήθηκε πως είναι επικερδή η ζαλάδα.

Μετά ήρθε η ελεύθερη τηλεόραση, η εστέτ, 
Ίσως η πιο αλυσοδεμένη.
Έγκαιρα επινοήθηκε το Internet,
Αλλά και εκεί ακόμα τα γράφουν οι μολυσμένοι.

4 Οκτωβρίου 2012

 

Το ποίημα του Δεκέμβρη του 2012

Προσκυνητές

"Τα όνειρα και τα αισθήματά μου εκατοστή φορά
Σ’ εσένα έρχονται με δρόμο των προσκυνητών"
Φ. Μπέικον

Δίπλα από τα σφαγεία και χρυσορυχεία,
δίπλα από τα καλύβια και παλάτια, 
δίπλα από τα σικάτα νεκροταφεία, 
δίπλα από τα μεγάλα ελάτια,
δίπλα από τη Μέκκα και Ρώμη, 
δίπλα από τη συμφορά ακόμη,
της αγιοσύνης μιμητές,
περνάνε οι προσκυνητές.
Σακάτηδες, από την κούραση έχουν μεθύσει, 
μισόγυμνοι, χωρίς φαγί, 
τα μάτια τους γεμάτα δύση, 
οι καρδιές τους, αυγή.
Πίσω τους άδουν οι ερημιές, 
λάμπουν οι μακρινές αστραπές, 
μπροστά τους γεννιούνται οι τρικυμιές, 
και βραχνά προφητεύουν πτηνά μεγαλοπρεπές:
Ότι ο κόσμος δε θ’ αλλάξει, 
θα μείνει πραγμάτων παλιών η τάξη,
ο κόσμος θα μείνει εκτυφλωτικά χιονάτος, 
και ατιμωτικά κεφάτος, 
ο κόσμος θα μείνει απατηλός, 
ο κόσμος θα μείνει ανάπηρος, 
ίσως γλυκόπικρος, 
κι όμως άπειρος.
Κ’ αυτό σημαίνει, ότι δε θα ωφελήσει
η πίστη στον εαυτό σου, στον Θεό, στη φύση.
… Κ’ αυτό σημαίνει ότι είσαι μόνος:
η αυταπάτη και ο δρόμος.
Και θα συνεχιστούν πάνω στη γη τα βασιλέματα, 
και θα συνεχιστούν πάνω στη γη τα χαράματα.
Θα την λιπαίνουν οι οπλίτες. 
Θα την εγκρίνουν οι ποιητές-προφήτες.

                                                                        Ι. Μπρόντσκι  
                                             (Μετάφραση από τα ρωσικά Γ. Σοϊλεμεζίδης)

 

Το ποίημα του Ιανουάριου του 2013

Της Ελλάδας η ασθένεια το κράτος

Δεν φταίνε που χανόμαστε: πόλεμος, επιδημία, κρασί…
Και ούτε της κουτοπονηριάς το π(λ)άτος.
Η Ελλάδα παράφορα, βαθειά νοσεί,
Της Ελλάδας η ασθένεια το κράτος.

Πότε πότε πιστεύαμε στην αναφορά,
Ότι έγιναν σημαντικές ακρωτηριάσεις, 
Αλλά συνέχεια επιστρέφει η συμφορά, 
Οι γιατροί λένε: μεταστάσεις.

Εγκληματίες, συμμορίτες κι άλλα καθάρματα, 
Κυβέρνηση τον εαυτό τους ονομάζουν.
Ληστεύουν και κλέβουν τα διαολοσπέρματα
Και μέλλον φωτεινό εν τω μεταξύ τάζουν.

                                                             Ντμίτρι Βορομπιέφσκι
                                                             Παράφραση: Γ. Σοϊλεμεζίδης

Το ποίημα του Φεβρουάριου του 2013

Όλα όπως και χθες

Ξύπνησε και τεντώθηκε εκείνη,
Και το παράθυρο πλησίασε γυμνή.
Στους άνδρες εκτοξεύτηκε η αδρεναλίνη, 
Και μάτια πετάχτηκαν έξω από την ηδονή.

Νταλίκα καβαλίκεψε τη Skoda, 
Και έπεσε το ελικόπτερο στον ποταμό.
Ο άξονας καρφώθηκε στη ρόδα, 
Κι από μόνο του πήρε μπρος το δυναμό.

Το ηφαίστειο έβγαλε τ’ απωθημένα, 
Στη λίμνη έγινε τσουνάμι φονικό.
Στεκόταν με τα παντελόνια φουσκωμένα,
Δίπλα στο σπίτι πλήθος αρσενικό.

Μεγάλωσε του όζοντα η τρύπα, 
Ακόμη και το σύμπαν δεν έμεινε απαθές.
Εκείνη χασμουρήθηκε και είπε:
«Τι βαρεμάρα! Όλα όπως και χθες

                                                 Γ. Ζασλάφσκαγια
                                         Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδη

 

Το ποίημα του Μάρτιου του 2013

Δεν αγαπώ και τόσο τα παιδιά σου Ελευθερία, 
Τυφλούς που ζουν για την ημέρα την αυριανή, 
Άξεστους με στενοκεφαλιά τους την αγνή
Αλλά το χάος, η τρομοκρατία, του λαού η ανταρσία
Με πάθη μου συγγενεύουν, όπως η θάλασσα με την κακοκαιρία,
Και η οργή τους η ορμητική, για την ψυχή μου είναι αρεστή, 
Αλλιώς, ας η αυθαιρεσία των εξουσιών η εκλεκτή,
Με προδοσία, με μαστίγιο, με πονηρία, 
(Καλώντας εις βοήθειαν το ψέμα, την απάτη, τη βία),
Δίκαια του λαού καταπατεί ο συρφετός της εξουσίας παθογόνος, 
Ούτε θα κουνηθώ… Σκασίλα μου! Ωστόσο, κι όμως…
Αυτούς τους μάρτυρες ο άθλος τον οποίων είναι τραγωδία, 
Που χάνονται στους δρόμους και στις φυλακές σφαδάζουν, 
Μάρτυρας ο Θεός, είμαι απ’ αυτούς που τους μοιάζουν.

                                                 Όσκαρ Ουάιλντ
                                         Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδη

 

Το ποίημα του Απριλίου του 2013

Σεξ (Πόθος) και Αγάπη

Το Σεξ το διακαή και η Αγάπη τρυφερή,
Έτυχε να γίνονται ζευγάρι, 
Νιώθοντας έλξη φοβερή 
Πλέχτηκαν σ’ ένα θεόπνευστο κουβάρι.

Αχ! Αυτός ο Πόθος ήταν λίγο αγενής, 
Ανυπομονούσε, με ακολασία πιπεράτη
Και με τη γλώσσα του άγγιζε τα κρυφά χείλη της, 
Όταν εκείνη κάθισε πάνω στο κρεβάτι.

Εκείνη άρχισε να χορεύει εκπέμποντας την ηδονή, 
Πρώτα ντυμένη με φόρεμα λαμπρό,
Μετά γελώντας στριφογύριζε γυμνή,
Πετώντας δίπλα, τον άγγιζε με χέρι τρυφερό.

Ο Πόθος ήθελε αγάπη, τρυφερότητα, 
Ήθελε η Αγάπη σεξ και οργασμό.
Ήρθε ουρανοκατέβατη και γρήγορα η οικειότητα
Και ένιωθαν τον αμοιβαίο θαυμασμό.

Εκείνη ζήτησε για μια φορά ακόμα, 
Χωρίς κανένα δισταγμό. Η Αγάπη αναμμένη
Ξαπλώθηκε ανάσκελα πάνω στο στρώμα, 
Μετά σήκωσε τα οπίσθια γονατισμένη.

Την αγαπούσε ο Πόθος με τόση φροντίδα,
Τόσο μελωδικά, ακούραστα, βαθιά…
Με αστραπές και κεραυνούς η καταιγίδα, 
Μετά η μυρωδιές, τα χρώματα – του έρωτα ανθιά. 

Εγώ κι εσύ καθόμασταν πάνω στον καναπέ,
Είχα με χείλη μου σβήσει τα φτιασίματά σου.
Παραληρούσα σαν να ήμουν ντοπέ, 
Χαϊδεύοντας τα χέρια και τα γόνατά σου.

Μετά αυτοί, μας ώθησαν στο φλερτ πιο τολμηρό
Και ήταν ασυνήθιστή των αισθημάτων η τροπή, 
Λουζόμασταν στο φως του φεγγαριού το αργυρό
Και έσβηναμε τα κεριά απ’ την ντροπή.

…Ξυπνήσαμε, και ήμασταν μόνο εμείς οι δυο
Ο Πόθος και η Αγάπη μας άφησαν στον ύπνο,
Και από τότε τους περιμένουμε κάθε βραδιά
Και κάθε βράδυ έρχονται μετά το δείπνο!

                                                    Π. Νταβίντοφ
                                         Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδη

Το ποίημα του Μάιου του 2013

Ο Θεός
(ωδή)

Εσύ! του χώρου το άπειρο,
Ζωή που έβαλες στο υλικό χυδαίο, 
Αυτός που γέννησε το φώς, Είσαι το ζώπυρο,
Το πνεύμα πανταχού παρόν και ενιαίο!
Αυτός που δεν έχει τόπο και αιτιότητα,
Αυτός που κανείς δεν έχει συλλάβει ουσιωδώς, 
Αυτός που με την ύπαρξή Του το παν γεμίζει,
Αυτός που αγκαλιάζει, διατηρεί, βασίζει, 
Εκείνος τον οποίον ονομάζουμε Θεός.

Γνωρίζεις το βάθος του ωκεανού, 
Τον κάθε αμμόκοκκο, κάθε αστέρι, 
Αγνοείς την ιδέα του απίθανου και πιθανού, 
Παραβλέπεις τις έννοιες: νέοι και γέροι!
Είναι αδύνατον το πνεύμα φωτισμένο, 
Από το φως Σου γεννημένο, 
Την ύπαρξη Σου να εξηγεί, 
Μόλις η σκέψη προσπαθεί Εσένα να ακολουθεί,
Αμέσως μες στο μεγαλείο Σου θα χαθεί, 
Σαν μέσα στον αιώνα η τούτη η στιγμή.

Έπλασες ωκεανούς απ’ τις σταγόνες, 
Την τάξη στο χάος απογείωσες,
Και τους αμέτρητους αιώνες
Μέσα στον εαυτό Σου θεμελίωσες!
Τον εαυτό Σου απ’ το Τίποτα εγέννησες 
Με την Σιωπή τον εαυτό Σου ύμνησες, 
Είσαι το Φως από πού ρέει η Σιγή, 
Εσύ το σύμπαν δημιούργησες χωρίς μιλιά, 
Είσαι ο Πλάστης που μας έδωσε τη Γη-φωλιά, 
Ήσουν, Είσαι και θα Είσαι νυν και αεί!

Μια αλυσίδα τελειοτήτων μέσα Σου χωράς, 
Τις μεγαλώνεις και πολλαπλασιάζεις, 
Το τέλος με την αρχή κολλάς 
Και με το θάνατο ζωή μπολιάζεις.
Σαν σπίθες σκορπίζεις υφηλίους, 
Ουράνια σόματα και ήλιους,
Όπως στη χειμωνιάτικη και αίθρια ημέρα,
Της πάχνης οι κόκκοι λαμπιρίζουν, 
Τρεμοφέγγουν και στριφογυρίζουν, 
Έτσι και τα άστρα, την εσπέρα.

Άστρων πυρρόχρωμων εκατομμύρια
Μέσα στην απεραντοσύνη περιπολούν, 
Τροχιές εκτελούν με τα δικά Σου κριτήρια
Και φως ζωογόνο ακτινοβολούν.
Αλλά αυτές οι γιγάντιες λαμπάδες, 
Ή κόκκινων κρυστάλλων συμπληγάδες, 
Ή τα χρυσά κύματα του μεγάλου κοπαδιού,
Ή οι φλεγόμενοι αιθέρες, 
Του σύμπαντος όλοι οι αστέρες,
Μπροστά Σου σαν φανταχτερό παιχνίδι ενός παιδιού.

Σαν σταγονίδιο που πέφτει στον ωκεανό, 
Πόσο μικρό αυτό το στέρεο μπροστά Σου;
Πόσο μικρό το κομματάκι ορατό;
Και τι είμαι εγώ μπροστά Σου
Σ’ αυτόν τον ωκεανό του Κενού; 
Μαζεύοντας στοίβα τους άπειρους πλανήτες τ’ ουρανού,
Ακόμη και τότε, το θάρρος δεν 
Παίρνω να συγκρίνω μαζί Σου, 
Θα είναι μόλις μια τελεία μπροστά Σου,
Ενώ εγώ μπροστά Σου – τίποτα, μηδέν.

Τίποτα! Άλλα μέσα μου εξανθρωπίζεις
Με μεγαλοπρεπή αρχοντιά, 
Τον εαυτό Σου μέσα μου απεικονίζεις
Σαν ήλιος μέσα στην σταλαματιά.
Τίποτα! Αλλά τη ζωή μόνο τότε νιώθω,
Όταν ο νους μου με πείνα-πόθο
Στα επουράνια εξυψώνοντας πετά,
Είσαι της Αναζήτησης μου το ατού 
Και η ψυχή μου σε ψάχνει και βρίσκει παντού,
Είσαι Εσύ! Είμαι κι εγώ μετά!

Είσαι! Η φύση το φωνάζει, 
Και η καρδιά μου λέει το ίδιο,
Και το μυαλό μου το διαβεβαιώνει και αγιάζει.
Είσαι! Είμαι κι εγώ δικό Σου γονίδιο!
Είμαι στην αλυσίδα όντων κομματάκι, 
Μας τοποθέτησες ως κρικάκι,
Στην σειρά πλασμάτων ένα-ένα.
Είμαι τελευταίος, αλλά παντού, 
Ή πρώτος που του έδωσες το Νου,
Την αλυσίδα όντων δένοντας με μένα.

Όλης της Δομής είμαι το ταβάνι, 
Της φύσης όλης το στεφάνι, 
Στιχούργημα είμαι του Κόσμου του Ποιητή, 
Η πιο σπουδαία Του γραμμή.
Η σκέψη μου σ’ Εσένα απευθύνεται
Το σώμα μου λιώμα γίνεται, 
Ο τσάρος είμαι κι ο σκλάβος, σκουλήκι είμαι και Θεός, 
Αξιοθαύμαστα τα υλικά, ιδιοφυής η συνταγή, 
Πώς; Πότε; Πού; Άγνωστη η καταγωγή, 
Αδύνατον να είμαι του εαυτού μου δημιουργός.

Είμαι δημιουργία Σου, Δημιουργέ!
Είμαι το έργο δικής Σου σοφίας,
Πηγή ζωής και αριστουργημάτων, ω Θεέ!
Είσαι της ψυχής μου σωσίας,
Το δόγμα Σου το γνωστικό επιθυμεί,
Να περάσω την άβυσσο του πεθαμού 
Μες στην ανήσυχη βιοπάλη,
Το πνεύμα μου να ντύνεται στα νεκρικά, 
Ν’ αναστηθώ δια μέσου του θανάτου μαγικά, 
Πατέρα! στη ζωή μου άλλη. 

Ασύλληπτος και άφαντος! Γιατί;
Με το μυαλό μου ανώφελα κοπιάζω,
Ενώ η φαντασία της ψυχής αδυνατεί
Ακόμη και τη σκιά Σου να σχεδιάζω.
Αλλά, όταν οι δοξασίες είναι το πρέπον,
Για τους αδύναμους θνητούς είναι αδύνατον 
Με τίποτε άλλο να Σε υμνούν, 
Και μόνο προς Εσένα να υψωθούν, 
Μες στον απέραντο θαυμασμό να χαθούν, 
Με δάκρυα της ευγνωμοσύνης να προσκυνούν.

                                             Γαβριήλ Ντερζάβιν (1784)
                                       Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδη  (15.04.13)

 Το ποίημα του Ιανουαρίου του 2014

Εάν...

Η ιστορία με λύπη μαρτυρεί
Πως τους φαραώ ενταφιάζανε, 
Πως μες στον πυραμίδων σκοτεινάδα τρομερή
Τις ζωντανές γυναίκες τους με τοίχο εφράζανε.

Ω! Πως η σύζυγος πρόσεχε
Τον άνδρα της που ήταν εν ζωή!
Του χάριζε την πιο γλυκιά αγάπη
Και την απεριόριστη υπακοή.

Ως νόμος ήτανε η κάθε του επιθυμία, 
Στο σεξ με άλλη εθελοτυφλούσε, 
Προλάβαινε την κάθε του χειρονομία
Και εκατόν φορές χαμογελούσε.

Έκανε θαύματα μες στην τραπεζαρία, 
Του πρόσφερε το πιο υπέροχο μενού.
Ενώ να διαφωνεί, να κάνει φασαρία
Ακόμη σαν ιδέα δεν περνούσε απ’ το νου!

Ασθένεια; Για τον καλύτερο γιατρό, εκείνη
Θα κάνει άνω κάτω όλη την πλάση.
Αφού γνωρίζει, τι θα γίνει, 
Εάν δεν καταφέρνει τον άνδρα της να προφυλάσσει.

Ανατριχιαστικά τα ήθη, ενώ απ’ τον αιώνα ανεχτά, 
Οι άνδρες τώρα ζούνε στην αιωνιότητα πολύ πεζή:
Ας θεωρούνται βάρβαροι οι φαραώ, παρ’ όλ’ αυτά
Δεν ήταν και τόσο χαζοί!

Εάν θα μπορούσαν να επιστραφούν
Μετά από κάποιο θαύμα αυτοί οι νόμοι,
Με τι πάθος θα μας φύλαγαν οι γυναίκες
Και πως θα μας αγαπούσαν ακόμη!

                                                         Ε. Ασάντοφ
                                             Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδη 



Το ποίημα του Μάρτη του 2014

Ο θάνατος του ποιητή
        (απόσπασμα)

Δολοφονήθηκε ο ποιητής! Της τιμής ο υπηρέτης,
Έπεσε, από τις φήμες συκοφαντημένος. Πάλι;
Με το μολύβι στην καρδιά, 
Σκύβοντας το περήφανο κεφάλι!...
Δεν άντεξε η ψυχή του ποιητή 
Το όνειδο των ενοχλητικών πειραγμάτων,
Επαναστάτησε ενάντια στην παλιοκοινωνία μισητή,
Δε δέχτηκε το άθλιο παιχνίδι των ανταλλαγμάτων.
Φονεύτηκε!... Τώρα γιατί τόσα τα αναφιλητά, 
Κούφιων εγκώμιων άχρηστη χορωδία
Και δικαιολογιών ελεεινά μουρμουρητά;
Της μοίρας εκτελέστηκε η θηριωδία!
Μήπως δεν ήσασταν εσείς που έδιωχναν με λύσσα,
Το χάρισμά του το ελεύθερο και τολμηρό,
Και για πλάκα φυσώντας δυνάμωναν
Το πυρ που κουφοέκαιγε κρυφό;
Γλεντήστε… ήπιε κ’ αυτός το κώνειο, 
Όμως να ξέρετε μπροστά του είστε νάνοι.
Έσβησε το θαυμάσιο δαιμόνιο,
Μαράθηκε τ’ αμάραντο στεφάνι.

Ο δολοφόνος του σιγουριά σκορπάει,
Σημαδεύει… σαν κρατάει νεκροκέρι, 
Η πέτρινή καρδιά του ήρεμα χτυπάει
Και το περίστροφο δεν τρέμει στο χέρι.


Εσείς! Που δίπλα στην Καρέκλα μαζευτήκατε, 
ο συρφετός των «κληρονόμων»,
Της Λευτεριάς στραγγαλιστές, της διαφθοράς πηγή!
Κρυφτήκατε κατ’ απ’ τη σκιά των βρομονόμων
Μπροστά σας και το Δίκαιο και η Αλήθεια μουγγοί!
Όμως υπάρχει και το δικαστήριο το Υψηλό!
Το δικαστήριο που το σόι σας θα ξεκληρίζει, 
Αυτό είναι απρόσιτο για το χρυσό,
Τις σκέψεις και τις πράξεις σας γνωρίζει.
Τότε ματαίως στην υποκρισία θα προστρέχετε, 
Ούτε θα βοηθήσει το γαλαξιακό Κακό, 
Και δε θα ξεπλύνει το αίμα σας το μαύρο, 
Του ποιητή το αίμα θεϊκό.

                                                              Μ. Λέρμοντοφ
                                                   Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδης


Το ποίημα του Απρίλη του 2014

Μη μου μιλάς

Ας μη μιλάμε για τη ζωή σου, για τη ζωή μου,
πνοή μου,
για τα παλιά και για τα ξεχασμένα. 
Μη μου μιλάς για ό,τι πέρασε, 
που πίκρες άπειρες μας κέρασε.
Μην ψάχνεις ποιου το φταίξιμο, μωρό μου! δικό σου, ίσως, ή δικό μου! 
Φτάνει απ' τ' όνειρο ας μη φύγουμε και πάλι, 
από το γνώριμο δικό μας προσκεφάλι.
Σαν την πηγή, η αγάπη αναβλύζει, 
σαν το ποτάμι με κρυστάλλινο νερό, 
κι έτσι, σαν κάτι ιερό, 
ας την αφήσουμε απλά να μας φωτίζει.

Ματίνα Μοονδρέα

 

Το ποίημα του Μάη του 2014

Διαμαρτυρία

                                 Στους ΗΠΑ 

Με την κραυγή μου διαπεραστική,
με την ανάσα μου καυτερή,
με την ταχυπαλμία μου σφοδρή,
με την τρίχα μου σηκωμένη,
με τα μάτια μου βουρκωμένα,
με τα ρουθούνια μου φουσκωμένα,
με τα χείλη μου δαγκωμένα,
με τα φρύδια μου σουφρωμένα,
με τη φωνή μου ...  σιγανή,
σας ικετεύω,
                   σταματήστε τη σφαγή!

                               Γ. Σοϊλεμεζίδης
6.05.14

 

Το ποίημα του Ιούνη του 2014

Μπάμπι Γιαρ

Παν’ απ’ το Μπάμπι Γιαρ μνημείο δεν υπάρχει.
Απότομη χαράδρα, σαν επιτύμβιο κακοφτιαγμένο.
Μπήκαν στη γη, και με τιμές εγκληματίες και
       πολέμαρχοι,
Αλλά ο λάκκος τεράστιος χιλιάδων Εβραίων, 
       έμεινε βουβαμένο.
Εδώ, μου φαίνεται πως είμαι Ιουδαίος.
Να, οδοιπορώ στην Αίγυπτο των φαραώ,
Ενώ ιδού εκπνέω Εσταυρωμένος, 
       και μέχρι τώρα πάνω μου ουλές καρφιών.
Νομίζω πως ο Ντρέιφους, είμαι ‘γω.
Η εχθρική προδιάθεση ο καταδότης μου κι ο δικαστής.
Για τα σίδερα με πάνε σαν κοινό κακούργο.
Έπεσα στην παγίδα, είμαι περικυκλωμένος,
       κυνηγημένος και συκοφαντημένος.
Κι οργισμένες κυράτσες με φαρμπαλάδες και δαντέλες
       χώνουν στο πρόσωπό μου τις ομπρέλες.
Μου φαίνεται πως είμαι αγόρι από το Μπελοστόκ.
Τρέχει το οινόπνευμα και ρέει το αίμα περισσό.
Ασχημονούν οι θαμώνες του μπάγκου της ταβέρνας,
       μυρίζουν βότκα και κρεμμύδι μισό – μισό.
Με τις μπότες τους μ’ έφεραν σε ακινησία.
Τους μπροστάρηδες του πογκρόμ ικετεύω ματαίως.
Υπό το χάχανο: «Χτύπα Ιούδες, σώσε τη Ρωσία!»
       τη μητέρα μου βιάζει ο αλευράς λυσσαλέος.
Ω! ρωσικέ λαέ! Γνωρίζω, ότι είσαι
Διεθνιστής στην ουσία.
Αλλά συχνά οι φανατισμένοι αντισημίτες,
       το όνομά σου έκαναν θυσία.
Γνωρίζω την καλοσύνη της γης σου.
Τι ατιμία! Οι άνθρωποι του Διαβόλου του ναού
       τους εαυτούς τους πομπώδης βάφτισαν:
«Ένωση ρωσικού λαού!»
Μου φαίνεται: είμαι η Άννα Φρανκ,
       λεπτή σαν του Απρίλη το κλαδάκι.
Της μέρες άγριες μετρώ,
       με το στυλό στο χέρι.
Εδώ και δυο χρόνια κρύβομαι σ’ ένα κλουβάκι.
Μου αρπάξανε τη γη και τη ζωή.
Απαγορεύεται ο ουρανός, δεν γίνεται να νιώθω αεράκι.
Αλλά και επιτρέπονται πολλά: γίνεται στο σκοτεινό
       κελί μας, με τρυφερότητα ν’ αγκαλιαστούμε.
Έρχεται κάποιος;
Μη φοβάσαι! Είναι το βουητό της άνοιξης που έρχεται.
Αγκάλιασέ με πιο σφιχτά.
Και μην τρομάζεις.
Σπάνε την πόρτα;
Όχι, σπάει ο πάγος στο ποτάμι…
Παν’ απ’ το Μπάμπι Γιαρ των αγριόχορτων η θροή.
Σαν δικαστές κοιτάνε τα δέντρα αυστηρά.
Τα πάντα με σιωπή φωνάζουν, 
       και το καπέλο βγάζοντας,
       νιώθω πως τα μαλλιά μου ασπρίζουν αργά.
Κι ο ίδιος είμαι σαν άηχη ασταμάτητη κραυγή,
       παν’ απ’ τον χιλίων χιλιάδων ενταφιασμένων.
Είμαι του κάθε, εδώ τουφεκισμένου γέρου η οργή.
Είμαι το κάθε παιδί τουφεκισμένο.
Τίποτα μέσα μου μπορεί να ξεχάσει αυτό!
Η «Διεθνής» να βροντά σαν δυναμίτης,
       όταν για πάντα θα θαφτεί
       ο τελευταίος πάνω στη γη αντισημίτης.
Αίμα εβραϊκό δεν έχει το δικό μου αίμα.
Αλλά τον δρόμο που κρατάω είναι ίσιος:
Εβραίος είμαι για αντισημίτες,
       γι’ αυτό και είμαι Ρώσος γνήσιος!

Ε. Γεφτουσένκο

1961

 

Το ποίημα του Ιούλη του 2014

Των βουνών οι κορφές
Μέσα στην σκοτεινιά βαθιά κοιμούνται, 
Οι κοιλάδες σιωπηλές
Με την καταχνιά φιλιούνται.
Ο δρόμος δεν σηκώνει σκόνη, 
Δεν τρέμει το φύλλωμα δασύ…
Περίμενε λίγο ακόμη, 
Θα αναπαυτείς κι εσύ!

Γκαίτε

Μετάφραση: Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Σεπτέμβριου του 2014

Σύννεφο με παντελόνι 
ή
ο δέκατος τρίτος απόστολος

Τετράπτυχο

1) Κάτω την αγάπη σας!
2) Κάτω την τέχνη σας!
3) Κάτω το καθεστώς σας!
4) Κάτω την θρησκεία σας!

Πρόλογος

Την σκέψη σας 
την ονειρεύουσα με μαλάκυνση του εγκεφάλου,
σαν πολύσαρκος λακές πάνω στον καναπέ λιγδιασμένο, 
θα ξεσχίσω τις καρδιές σας με δεξιότητα κανιβάλου,
θα σας περιπαίζω, θρασύς και αηδιασμένος.

Η ψυχή μου χωρίς γκρίζα μαλλιά και μπριγιάν,
και δίχως στοργή γεροντική!
Με την ισχύ της φωνής μου κουφαίνω το σύμπαν,
και όμορφος εικοσηδυόχρονος 
βαδίζω με σιγουριά νταηκή.

Εσείς οι τρυφερούλιδες!
Την αγάπη με το βιολί εξηγείτε.
Ο αγενής την ερμηνεύει με νταούλι.
Αλλά τον εαυτό σας να αναποδογυρίζετε, 
όπως εγώ δε μπορείτε, 
για να γίνεστε μόνο χείλη!

Πάρτε μαθήματα!
Από τη θηλυκιά με έξω το «ρωγοβύζι», 
από το άπατο ντεκολτέ,
η οποία τα χείλη ήρεμα ξεφυλλίζει
σαν νοικοκυρά τις σελίδες του τσελεμεντέ.

Θέλετε, 
θα είμαι κρέας σαρκοβόρο,
ή, αλλάζοντας του πάθους την οθόνη,
θέλετε, 
να είμαι τρυφερό δώρο,
όχι άνδρας, αλλά σύννεφο με παντελόνι.

Δε θέλω να πιστέψω πως υπάρχει ασχημία!
Και συνεχίζω να υμνώ με βλασφημία
τους άντρες παραξαπλωμένους σαν νοσοκομείο,
και τις γυναίκες ταλαιπωρημένες σαν παροιμία.


1. Κάτω την αγάπη σας!

Ήταν χωρίς δώρο λοταρία.
Έχει συμβεί, 
έχει συμβεί στην Οδησσό.
«Θα ‘ρθω στις τέσσερεις», είπε η Μαρία1.
Εννέα, 
Δέκα. 
Έντεκα… την ώρα μισώ.

Έφυγε ο παράδεισος
στης νύχτας την ανατριχίλα
από το παράθυρο,
σκυθρωπός, 
δεκάμβριος2.
Πισ’ απ’ την πλάτη μου χαχανίζει η τσατίλα
μακάβρια.

Δε με χωράει κανένας θώκος: 
Μυώδης γίγαντας
στενάζει,
κουβαριάζεται από τον πόνο.
Τι θέλει αυτός ο όγκος;
Μα ο όγκος έχει γεννητώριο ορμογόνο!

Αφού δεν έχει σημασία,
ακόμη κι αν φοράς ράσο,
ή όλη τη ζωή σου κυνηγάς το σαρκίο.
Τη νύχτα θέλεις το κουδούνισμά σου
να κρύβεις στο μαλακό, 
στο γυναικείο.

Εδώ, 
πελώριος, 
καμπουριάζω πάνω στο παράθυρο
και λιώνω το γυαλί με την κουτελάρα μου ζεστούτσικη.
Θα φτιάξουμε αγάπη ή όχι;
Θα είναι 
μεγάλη ή μικρούτσικη;

Απίθανη η μεγάλη για σώμα τέτοιο,
θα είναι μικρή
αφτέρωτη ερωτούλα.
Καλοφτιαγμένη και εμπρηστική αναίτια,
η αυτάρεσκή μου γατούλα.

Ακόμη και πάλι
στον τοίχο κολλημένος,
αγκαλιά με αόρατο σώμα του άχθου, 
περιμένω
ραντισμένος από βροντή του μικροαστικού ρόχθου.

Με το τσεκούρι της, αιμοβόρα,
ψάχνει, 
βρίσκει
τον παθιασμένο!
Έπεσε η ώρα δώδεκα 
σαν απ’ το ικρίωμα το κεφάλι του καταδικασμένου.

Της βροχής οι σταγόνες πάνω στο γυαλί
έρπουν ελικοειδής, 
κάνουν γκριμάτσες ιμιτασιόν
σαν να ωρύονται οι χείμερες
της Παναγίας των Παρισιών.

Καταραμένη! 
Αυτή είσαι; Αχόρταγη και ποζάτη.
Ενώ τρέχει το αίμα μου στο πουθενά,
ακούω, 
σιγά σιγά
σαν ασθενής απ’ το κρεβάτι, 
πηδάει ένα νεύρο,
και να!
πρώτα σεργιάνιζε 
σαν ρεμπελιό,
μετά άρχισε να τρέχει
αναστατωμένο,
ως φασαρίας.
Τώρα εκείνο και άλλα δυο
παραδέρνουν σε ρυθμό τυμπανοκρουσίας.

Πέφτει ο ουρανός πάνω στη γη, βροχή εν είδη.
Τα νεύρα, 
μεγάλα,
μικρά,
δημιουργούν επεισόδια!
καλπάζουν λυσσασμένα,
και είδη,
τους λύνονται τα πόδια!

Η νύχτα τείνετε η απαθής, 
στο δωμάτιο,
από το βούρκο της δε μπορεί ν’ αποτραβιέται το βαρύ μάτι.
Έξαφνα η πόρτα άνοιξε με κλαγγή
σαν να είναι της φυλακής
και δεν θέλει να μπεις.

Μπήκες,
τραχύ σαν το «πάρτε!»,
άχρωμη κολώνα μπετόν αρμέ, 
και είπες 
με ηρεμία στο φόρτε:
«Αύριο υπανδρεύομαι».

«Συγχαρητήρια!», 
πνίγω το ύφος
του πικραμένου.
Βλέπετε, είμαι ήρεμος και μακάριος,
και έχω το σφυγμό 
του πεθαμένου.

Θυμάστε;
Λέγατε:
«Τζακ Λόντον,
λεφτά,
έρωτας, 
πάθος», 
ενώ εγώ έβλεπα,
είσαι η Τζοκόντα,
όμως έκανα 
λάθος.

Ξανά ερωτευμένος θα βγω
και θα ιδρώσω σαν τους θήτες.
Και τι έγινε;
Στο σπίτι που κάηκε,
που και που ζούνε αλήτες! 

Πειράζετε;
Θα πατήσω κάποια ηλικία, 
για ν’ αποκτήσω το δικό σας κεφάλι κλούβιο.
Να θυμάστε!
Χάθηκε η Πομπηία, 
όποτε πείραξαν το Βεζούβιο!

Ε!
Κύριοι! 
Λάτρες
βεβηλώσεων, 
εγκληματιών,
του πολέμου των ανέμων. 
Το πιο τρομερό είδατε;
Είναι το πρόσωπό μου,
όταν
είμαι 
ήρεμο όν.

Και νιώθω πως
το «εγώ»
μεγαλώνει μες στο μυαλό
σιγανά. 
Εμπρός!
Ποιος μιλάει;
Μαμά;
Μαμά!
Ο γιός σου έχει την ωραία ασθένεια!
Μαμά!
Έχει της καρδιά την πυρκαγιά.
Πες’ το στις αδελφές μου
και στην αγαπημένη μου γιαγιά.

Η κάθε λέξη μου
φλογερή νταρντάνα,
στο στόμα-φούρνο, πετάγεται
σαν τσίτσιδη πουτάνα
απ’ το οίκο ανοχής που καίγεται.

Με μάτια και μύτες τους
μυρίστηκαν φωτιά οι χέστες.
Κάλεσαν κάποιους, 
με φόρμες, 
με κράνους!
Όχι με μπότες!
Πέστε στους πυροσβέστες,
στην καρδιά που καίγετε εισχωρούν, 
μόνο οι άνους.

Μόνος μου.
Τα μάτια δακρυσμένα θα γουρλώσω.
Στα πλευρά μου θ’ ακουμπήσω
και προσπαθώ να βγω ενόσω.
Έσπασαν!
Αδύνατον απ’ την καρδιά να ξεπηδήσω!

Στον πρόσωπο που καίγεται, 
απ’ τον χειλιών το σκάσιμο,
φιλάκι καρβουνιασμένο πασχίζει να σωθεί.
Μαμά! 
Ο έρωτας είναι τραγούδι κολάσιμο, 
αλλά η καρδιά μου ανθεί!

Φιγούρες λέξεων η φωτιά απανθράκωνε, 
κι απ’ το κρανίο πετάνε 
σαν παιδιά που καίγονταν.
Έτσι ο τρόμος
να πιαστούν απ’ τον ουρανό
σήκωνε 
της «Λουζιτάνιας3 τα χέρια που φλέγονταν.

Τους φοβισμένους ανθρώπους 
στου δωματίου τη σιγή,
στα μάτια κοίταξε.
Ποιητή!
Αυτό που καίγομαι, 
στους αιώνες στέναξε!


2. Κάτω την τέχνη σας!

Δοξάστε με!
Δεν αποδέχομαι αυτό το μπουρντέλο.
Εγώ στα πάντα που έγιναν
βάζω «nihil4».
Ποτέ,
να διαβάζω δεν θέλω.
Με συγχύζουν
απ’ τα βιβλία οι τοίχοι!

Άλλοτε νόμιζα 
αλλοπαρμένος:
Ήρθε ο ποιητής, 
εύκολα άνοιξε το στόμα,
κι αμέσως τραγούδησε ο εμπνευσμένος.
Δεν ήξερα ακόμα, 
ότι πριν βγάζεις από λέξεις μελωδία,
πολύ καιρώ τριγυρνάνε απ’ τη ζύμωση αποχαυνωμένες.
Αργά τσαλαβουτάει στο βόρβορο της καρδιάς
η σαρδέλα της φαντασίας υπνωμένη.

Ως που γρατσουνίζουν το βιολί των ριμών, 
από τους έρωτες και αηδόνια κάτι βρώσιμο,
το πόπολο, ο ένας των άλλον ανατρέφει κλοτσηδόν
με λεξιλόγιο μη αναλώσιμο.

Από τους πύργους της Βαβυλώνας, τις πόλεις
με υπερηφάνεια ανυψώνουμε εδώ κι εκεί, 
η άπλωσή τους στα χωράφια σαν πανώλη,
που θανατώνει 
τη δομή γαλαξιακή.

Ο όχλος τα βάσανά του κουβαλάει,
το ουρλιαχτό στητό από τον φάρυγγα εξέχει.
Κόλλησε εγκάρσια στο λαρύγγι το τραμβάι,
σταμάτησαν taxi, κάρα, δηλαδή το παν που τρέχει.

Της πόλης το στήθος μυριοπατημένο,
έχει τα κόκκινα μάγουλα του φυματικού
και σπρώχνει τα κοκκινόμαυρα αιμοσφαίρια
προς το
στόμα-πλατεία
του μιασματικού,
διώχνοντας της ειρήνης τα περιστέρια.

Θα ‘λεγε κανείς,
ο θεός θυμωμένος 
έρχεται να τιμωρεί, 
ενώ η πλατεία,
«Δικαιοσύνη!» παραληρεί.

Φορτώνεται η πόλη μεγαδυστυχίες και παθηματάκια,
και δε μπορεί να πάρει ανάσα,
ενώ μέσα στο στόμα της
πεθαμένων λέξεων σαπίζουν τα πτωματάκια,
μόνο δυο ζουν παχιές: 
Το «μαλάκα» 
και άλλη μια 
η «μάσα».

Είσαι ποιητής;
Πώς να μη θρηνείς
από την πανούκλα-κακογλωσσιά;
Πώς με δυο τέτοιες να υμνείς
την ομορφιά,
την αγάπη,
και το λουλούδι κάτω από τη δροσιά;

Και πίσω απ’ τους ποιητές
οι άλλοι χριστιανοί:
Φοιτητές,
πόρνες, 
παράγοντες. 
Κύριοι!
Σταματήστε!
Δεν είστε ζητιάνοι.

Είστε μεσάζοντες
μεταξύ του φόβου
κι εκείνους που νταήδες παριστάνονται
και πουλάνε απάτη.
Αυτοί,
που ως τσάμπα προσφορά τσιμπουκόνοντε
σε κάθε διπλό κρεβάτι.

Απ’ αυτούς 
να ζητάμε βοήθεια;
Ναι ικετεύουμε για νέα χαραυγή
και την αγάπη του πλησίον!
Μόνοι μας είμαστε αληθινοί δημιουργοί
μέσα στον παλμό 
των εργοστασίων και εργαστηρίων.

Για μένα η ιστορία
Φάουστ-Μεφιστοφελής,
πάλλεται με πιο χλιαρές νότες!
Εγώ γνωρίζω
πως το καρφί στην μπότα μου
είναι πιο φρικτό παρά η φαντασία του Γκαίτε.

Είμαι 
χρυσόστομος
και η κάθε μου λέξη αηδόνι,
την ψυχή ανανεώνει
και το σώμα το βάρος του χάνει.
Σας λέω:
Του ζωντανού η μικρότερη σκόνη
πιο πολύτιμη απ’ αυτά που κάνω ή είχα κάνει.

Ακούστε! 
Κηρύσσει,
χτυπιώντας και χάνοντας το τιμόνι,
ο σύγχρονος Ζαρατούστρας με λόγο αλλόκοτο!
Εμείς,
με πρόσωπο σαν τσαλακωμένο σεντόνι,
με χείλη κρεμασμένα σαν πολύφωτο.
Εμείς οι δεσμώτες της πόλης-λεπροκομείου,
όπου το μάλαμα και η λάσπη διαβρώνουν τη λέπρα.
Είμαστε παιδιά του βρεφοκομείου
που δε είχε ποτέ σταθμά και μέτρα!

Και αψηφούμε, 
ότι οι Όμηροι και οι Οβίδιοι δεν έχουν
ανθρώπους σαν εμάς
απ’ την καπνιά με βλογιοκομμένα πρόσωπα πληθώρα.
Ξέρω,
οι χίλιοι ήλιοι θα ωχριάσουν όταν προσέχουν 
τον ψυχών μας τα εδάφη χρυσοφόρα!

Οι τένοντες και οι μύες, από τις προσευχές πιο αξιόπιστες.
Εμάς εξυψώνουν οι ανδριάντες.
Εμείς, 
ο καθένας,
κρατάμε στις παλάμες ροζιαστές
των κόσμων τους κινητήριους ιμάντες!

Ανέβαινα στις Γολγοθές των ακροατηρίων
τις Αγίας Πετρούπολης, Μόσχας, Κιέβου, ουχ ήττων5,
μετατρέπονταν σε αίθουσες δικαστηρίων,
και όλοι φώναζαν
«Σταύρωσέ τον!»

Αλλά εγώ 
και αυτούς που 
με προσέβαλλαν τάχατε,
αγαπώ, δεν θεωρώ στίφη. 
Είδατε
πως το σκυλί το χέρι που το χτυπάει γλύφει;

Εγώ
ο περίγελως της σημερινής γενιάς
σαν μεγάλο 
ανέκδοτο αρσίζικο,
βλέπω δεινά (που δεν βλέπει ο ντουνιάς)
με το μάτι τελεσίδικο.

Οι αχόρταγοι κι οι πεινασμένοι έρχονται σε ρήξη
και βουλιάζουν στου κατακλυσμού τη χοάνη,
έρχεται το έτος δεκαέξι,
φορώντας της επανάστασης το ακάνθινο στεφάνι.

Είμαι της επανάστασης ο πρόδρομος,
και με τον πόνο ζευγάρωσα, 
σε κάθε απογείωσης διάδρομο
τον εαυτό μου σταύρωσα.

Μόνο στα όνειρα ένιωσα χαλάρωση, 
έκαψα ψυχές σε βαθμό τέλειον,
είναι πιο δύσκολο από το να κάνεις άλωση
χιλιάδων Βαστίλιων.

Κι όταν 
το χάλι 
θα πατήσει τη σκανδάλη,
εγώ μπροστάρης
παλαβός απ’ την ιδέα,
την ψυχή μου για σας θα ξεριζώσω,
θα ποδοπατήσω
να γίνει μεγάλη,
και ματωμένη θα δώσω σαν σημαία.


3. Κάτω το καθεστώς σας!

Γιατί αυτό, 
και από πού
το φωτεινό ήρθε και ρήμαξε
του μέλλοντος τα ανθοκομεία;!
Και το κεφάλι με απόγνωση έσφιξε
η σκέψη για τρελλοκομεία.

Και σαν κατά
του θωρηκτού ναυάγιο,
απ’ του πνιγμού τους σπασμούς
στου καθέκτη το άνοιγμα,
μέσα στους κοχλασμούς
όρμησε ο Μπουρλιούκ6,
νιώθοντας της θανής το άγγιγμα.

Πρώτα φανερώθηκε 
το ματωμένο κεφάλι του φαρακλό. 
Βγήκε,
σηκώθηκε,
από τον πόνο στρεβλός 
και με την τρυφερότητα αιφνίδια 
στον άνθρωπο παχουλό,
αμήχανα είπε: «Καλώς!»

Κακόκαλο, όταν σου προσφέρουν θολό πιόμα,
και το απολαμβάνεις κατανοώντας, βερμούτ εν.
Καλόκακο, όταν σε ρίχνουν στου ικριώματος το στόμα
και να φωνάζεις
«Πίνετε κακάο Βαν Γκούτεν!7»

Η ζωή είναι 
ένα μικρό 
πηγαδάκι,
απ’ το οποίο
το νερό δεν πίνεται.
Και μέσα απ’ τον τσιγάρων το καπνό
σαν του λικέρ ποτηράκι,
το πρόσωπο του μπεκρού Σεβεριάνιν8 επιμηκύνεται.

Πως τολμάς να λέγεσαι στιχουργός
και ωχρούτσικος τιτιβίζεις σαν ορτύκι.
Σήμερα 
πρέπει
με σιδερογροθιά, σαν χειρουργός
ν’ ανακατεύεις του κρανίου το ξίγκι!

Εσείς,
που ανησυχείτε από σκέψη μοναδική
«κομψά χορεύω;»,
κοιτάξτε πως καλοπερνώ,
είμαι 
ο μαστροπός με το χαμόγελο γλυκύ 
και ο χαρτοκλέφτης που παρακινδυνεύω.

Από σας τους ερωτομουσκεμένους
που έχετε δάκρυα, τσέπη γεμάτη,
θα απομακρυνθώ
και ως μονόκλ τον ήλιο φλογοκαμένο,
θα τοποθετήσω στο ορθάνοιχτο μάτι.

Απίθανα παρδαλοφορεμένος,
θα περπατήσω τη γη
για να αρέσω και να καίω,
και πίσω μου θα σέρνω ηλιοκαμένος
με αλυσιδίτσα τον Ναπολέοντα σαν μοπς φρικαλέο.

Όλοι η γη, γυναίκες πλαγιασμένες,
θα κουνάνε τη σάρκα τους να δίδονται θέλοντας,
περνάω δίπλα από τις στοιβαγμένες, 
νιώθοντας 
λέοντας.

Ξαφνικά 
κάτι πάει σύννεφο 
στον ουρανό,
τα μαύρα νέφη όρμισαν πάνω στα λευκά
και άρχισε ένα τράνταγμα τρανό
σαν να λύνονται προβλήματα καρδιακά.

Το μπουμπουνητό βγήκε αγριωπό,
με ζέση ξεμύξισε
και σαν παιγνιδιάρικο βρέφος
έπαιζε με της φύσης τα κουδούνια.
Και κάποιος
μπερδεύτηκε στα δεσμά των νεφών
και άπλωσε τα χέρια-αστραπές,
στολίζοντας τον ουρανό
με του νεόν 
τις σύντομες αναλαμπές.

Αφελείς! Νομίζετε πως είναι γιορτές,
και οι βροντές
είναι του εντυπωσιασμού τα εφέ;
Αυτό να εξοντώσει τους στασιαστές
έρχεται ο στρατηγός Γκαλιφέ9.

Βγάλτε γλεντζέδες τα χέρια απ’ το παντελόνι!
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα ή σφεντόνι,
εάν όμως κάποιος δεν έχει το κουλό του
να ‘ρθει και να μάχεται με το κούτελό του.

Ελάτε ψωμοζήτες, 
λέρες, 
αλήτες
που ζείτε ψυλλιασμένες μέρες.
Ελάτε, 
Τρίτες και Δευτέρες
να σας κάνουμε γιορτινές, με αίμα να βάψουμε,
για να θυμηθεί υπό την απειλή η γη διεφθαρμένη
πόσους σακάτεψε!
Η Γη
χοντρή σαν ερωμένη
την οποία ο Ρότσιλντ βάτεψε.

Να κυματίζουν οι σημαίες μέσα στο τουφεκίδι,
όπως σε κάθε γιόρτασμα αληθινό,
ψηλά σηκώστε φανοστάτες ως στολίδι,
των λεφτάδων το σφαχτό χοιρινό.

Τα νύχια μου έξυνα για καβγά,
έφτανα στην καρδιά με την πινέζα
και με τα δόντια έσφαζα κορμί.
Στον ουρανό κόκκινο σαν Μαρσεγιέζα
μες στα σπασίματα ψοφούσε η παρακμή.

Είναι η φαντασία μου τρελή,
τίποτα δε θα γίνει!
Θα ‘ρθει η νύχτα
και θα διώξει
τα όνειρά μας κλοτσηδόν.
Βλέπετε, ο ουρανός
φέρνει ειρήνη με την κινίνη
και χούφτα ραντισμένων με προδοσία αστεριών!

Ήρθε η άφεγγη.
Σαν τον Μαμάϊ10 έβαλε το πισινό
πάνω στο σβέρκο των πόλεων.
Αυτή η νύχτα έχει βλέμμα αλγεινό,
και είναι μαύρη σαν τον Αζέφ11, το τέρας αποφόλιον.

Μαζεύομαι, ριγμένος στης ταβέρνας τις γωνιές,
με το κρασί περιχύνω την ψυχή και το τραπεζομάντηλο,
και βλέπω 
στη γωνιά, της Θεοτόκου μάτια-διακονιές,
την καρδιά μου ακουμπάνε από το ασημοκάντηλο.

Τζάμπα χαρίζεις φως απ’ το αχνάρι πασσαλειμμένο
στου καπηλειού τους θαμώνες που δε σε εκτιμάνε.
Δε βλέπεις,
αντί του γιού σου
καταφτυμένου,
τον Βάραβα προτιμάνε;

Μήπως μέσα στο πλήθος άμορφο
είμαι ο μόνος ελεύθερος υπό όρους.
Εγώ, 
είμαι ίσως 
ο πιο όμορφος
από τους γιους σου όλους.

Δώσε τους κάτι, 
για να έχουν κάτι κι αυτοί να δώσουν,
ας είναι και κάποια βίτσια,
και να γίνουν τα παιδιά, όταν θα μεγαλώσουν:
Τα αγόρια πατέρες,
και έγκυες τα κορίτσια.

Τους νεογεννημένους άφησε να αποκτήσουν
τα άσπρα μαλλιά των προβλημάτων,
και θα ‘ρθουν αυτοί 
για να βαφτίσουν,
με ονόματα των δικών μου ποιημάτων.

Εγώ που εξυμνώ το ατελή και το τέλειο,
πότε ταπεινός και πότε ασύστολος,
είμαι στης αληθινής ζωής το ευαγγέλιο
ο δέκατος τρίτος απόστολος.

Κι όταν η φωνή μου χυδαία, 
αλλά δροσίζει,
κι όταν καθημερινά
δέχομαι του όχλου το ανάθεμα,
ίσως ο Ιησούς Χριστός μυρίζει
της ψυχής μου τα χρυσάνθεμα. 


4. Κάτω την θρησκεία σας!

Μαρία! Μαρία! Μαρία!
Ελευθέρωσέ με Μαρία!
Δεν μπορώ πάνω στον δρόμο!
Δεν θέλεις;
Τι περιμένεις;
Να ‘ρθω με μάγουλα βαθουλωμένα,
εκείνος που τον γεύτηκαν πολλές
άνοστος,
και ως φαφούτης,
να μουρμουρίζω ευτυχισμένα, 
ότι τώρα είμαι 
«πολύ γνωστός»;

Μαρία, 
βλέπεις
πως καμπουριάζω;
Οι άνθρωποι στους δρόμους:
Το λίπος εισδύει 
από τις τετραώροφες βρογχοκήλες,
καρφώνουν πάνω μου 
τα μικρά μάτια του κοπαδιού,
φθονούν τα αρώματα-βαρβατίλες,
ας είναι 
και μπαγιάτικο μπουρέκι
του χθεσινού χαδιού.

Ο δρόλαπας χύνει πάνω στην πόλη,
είναι ο επιβήτορας της Γης και ο γόης,
και η γονιμοποίηση 
οργιάζει
στο περιβόλι,
και στάζει το υγρό
απ’ τα χαμηλωμένα μάτια 
της υδρορροής.

Μαρία!
Πως στα λιπαρά αφτιά τους να χώνεις ένα αθόρυβο λόγο;
Το πουλί
διακονεύει με το κελάηδημα, 
τραγουδάει 
πεινασμένο, όμως ηχηρά,
αλλά εγώ, 
άνθρωπος απλός που ζω
δίπλα στης πόλης βρώμικης τον λόφο-οίδημα.
Μαρία, θέλεις να σφίξω 
με της γροθιάς τη σύσπαση
το λαρύγγι μου σκληρά;

Μαρία!
Αγριεύουν των οδών οι πάροδοι
και συχνάζουν εκεί οι πομπές με κασέλα.
Άνοιξε! 
Πονάω!
Βλέπεις καρφωμένες στα μάτια καρφίτσες
απ’ τα γυναικεία καπέλα.

Μου άνοιξες! Ευχαριστώ!
Κορίτσι μου!
Μη φοβάσαι
της πάνω στον σβέρκο μου καλλονές,
είναι γυναίκες της επιβίωσης και όχι του μύθους,
εδώ μες στη ζωή μου σέρνω
αγάπες χίλιες μεγάλες και αγνές
κι εκατομμύρια μικρούς και βρώμικους πόθους.

Μη φοβάσαι,
πως ξανά,
στης αγάπης την κακοκαιρία
θα φιλάω χίλια χείλη γυναικών
«που αγαπάνε τον Μαγιακόφσκι»,
μα αυτές είναι δυναστεία, 
(στην καρδιά του ερωτόληπτου), ανεβασμένων βασιλισσών.

Μαρία, έλα κοντά μου! 
Μέσα στη γύμνια της αδιαντροπιάς
και του φόβου την τρεμούλα,
δώσε μου των χειλιών σου την ανθηρή γοητεία.
Με χάδια να αντικαταστήσεις τη φωνούλα,
και να γευτούμε 
ακόμη και την ασιτία.

Μαρία! 
Ο ποιητής με σονέτα υμνεί την Τιανή12,
ενώ εγώ είμαι
φτιαγμένος απ’ το κρέας,
και είναι φυσικό το δικό μου το ενδιαφέρον,
απλά το κορμί σου ζητάω,
όπως ζητάνε οι χριστιανοί:
«…τον επιούσιον
δος ημίν σήμερον».

Μαρία, έλα!
Μαρία!
Φοβάμαι ότι το όνομά σου θα ξεχάσω, 
όπως ο ποιητής φοβάται να ξεχάσει
κάποια,
μέσα στα βάσανα της νύχτας, γεννημένη λέξη
με την μεγαλοσύνη της ισάξια με τον Θεό.
Το κορμάκι σου
θα το φυλάω και θα το αγαπάω,
όπως απ’ τον πόλεμο ακρωτηριασμένος στρατιώτης,
άχρηστος, 
κανενός,
φυλάει το πόδι του μοναδικό.

Μαρία, 
δεν θέλεις; 
Δεν θέλεις!
Αυτό σημαίνει πως ξανά, 
σκοτεινιά 
και με το κεφάλι σκυμμένο
την καρδιά μου 
μέσα στα δάκρυα βουτάω.
Σαν σκυλί, το πόδι απ’ το τρένο πατημένο 
στο σπιτάκι μου 
κουβαλάω.

Με τις καρδιάς μου το αίμα 
λουλούδια ποτίζω.
Ευωδιάζουν, αλλά γεμάτα αγκάθια.
Αναρωτιέμαι, 
γιατί ζω;
Γιατί εκπέμπω ηδυπάθεια;
Και όταν σύμφωνα με της ζωής τον νόμο
θα πλησιάζει η κακή ημέρα,
εκατομμύρια τριχοειδών αγγείων θα στρώσουν τον δρόμο
προς το σπίτι του Πατέρα.

Θα βγαίνω
βρώμικος από κάποιο υπόγειο,
μαζί με κάποια εταίρα
και θα του πω:
Πατέρα, είσαι της αδιαφορίας 
το τέρας.

Δεν βαρέθηκες
εκεί στων σύννεφων το κισέλι
να βουτάς τα πρησμένα σου μάτια 
στο ζελέ του Καλού;
Έλα να κάνουμε καρουσέλι 
πάνω στο δέντρο του Κακού!

Εσύ ο Πανταχού Παρών, θα είσαι μέσα σε κάθε ντουλάπα,
με τα καλύτερα κρασιά θα ξεχάσουμε
…αυτό… του μέτρου, 
για να αλλάξουμε την μάπα
του σκυθρωπού απόστολου Πέτρου.

Ενώ μες στο παράδεισο ξανά θα φέρουμε τις Εύες.
Διέταξε!
και σήμερα το βράδυ,
απ’ τις πλατείες, τις ομορφότερες… κόβω τις φλέβες!
θα φέρνω για χάδι.

Θέλεις; 
Δεν θέλεις;!
Παραμένεις κορδωτός,
σκέψου καλύτερα, άφησε το ινάτι.
Νομίζεις, 
αυτός που είναι πίσω σου, ο φτερωτός
για την αγάπη γνωρίζει κάτι;

Κι εγώ κάποτε ήμουν άγγελος-άγιος,
σαν γλυκούλη αρνάκι έριχνα τις ματιές,
και ήμουν μέχρι την αφέλεια πάγιος
έως που γνώρισα του έρωτα τις λαβωματιές.

Παντοδύναμε! 
επινόησες δυο χέρια δραστήρια,
έκανες ο καθένας να έχει κεφάλι,
γιατί δεν σκέφτηκες
να γίνονται όλα χωρίς μαρτύριο:
φιλιά, αγκαλιά και … σκανδάλη;!

Νόμιζα είσαι σοφό και υπέρτατο όν,
αλλά είσαι ένα ημιμαθή «αστέρι».
Βλέπεις σκύβω,
κι απ’ το λαιμό της μπότας 
βγάζω το δίκοπο μαχαίρι.

Φτερωτοί αλήτες!
Βολευτήκατε κατ’ απ’ του παραδείσου τον γείσο,
σας άφησαν λάσκα!
Εγώ εσάς που αναδίδετε λιβάνι, θα σχίσω
απ’ εδώ μέχρι την Αλάσκα!

Αφήστε με!
Αδύνατον να με σταματήσετε.
Έχω ικανότητες να εκτιμήσω
της Δημιουργίας το ποιόν,
και δε μπορώ να κρύψω τν οργή.
Κοιτάξτε! 
Αποκεφάλισαν το φως των αστεριών
και τον ουρανό μάτωσαν με σφαγή!

Εσείς!
Του ουρανού,
που κρύβεστε μέσα στης ευτυχίας τη θαλάμη.
Έρχομαι εκεί, 
βαθμηδόν.
Ενώ ο γαλαξίας κοιμάται,
θέτοντας πάνω στην παλάμη
το τεράστιο αφτί των αστερισμών.


1914 – 1915

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Μετάφραση: Γ. Σοϊλεμεζίδης


Υποσημειώσεις


1.Μαρία Αλεξάντροβνα Ντενίσοβα – Το πρότυπο της ηρωίδας του «Σύννεφου με παντελόνι».

2.Δεκάμβριος – Ο μεταφραστής και άλλες φορές ακολουθεί την τεχνοτροπία του Μαγιακόφσκι ο οποίος πολύ συχνά μετατρέπει ουσιαστικά, ονόματα, επίθετα σε ρήματα. Εδώ κάνει το ουσιαστικό επίθετο, δηλαδή «κρύος», και το κάνει ρίμα με τη λέξη «μακάβριος».

3.Λουζιτάνια – Στις 7 Μάιου 1915, γερμανικό υποβρύχιο τορπίλισε το υπερωκεάνιο «Λουζιτάνια», που κάηκε στην ανοιχτή θάλασσα με όλους τους επιβάτες του. Ήταν μια από τις αφορμές για τη συμμετοχή των Η.Π.Α στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 
4.nichil – τίποτα (λατ.)
5.ουχ ήττων – εν τούτοις, όμως

6.Μπουρλιούκ Νταβίντ Νταβίντοβιτς (1882-1967) – Ζωγράφος, ποιητής, εκπρόσωπος του «αριστερού» μοντερνισμού, από τους ηγέτες του ρωσικού φουτουρισμού. Λέει γι' αυτόν ο Μαγιακόφσκι: «Με παντοτινή αγάπη σκέφτομαι τον Νταβίντ. Θαυμάσιος φίλος. Ο μοναδικός μου δάσκαλος. Ο Μπουρλιούκ μ' έκανε ποιητή. Μου διάβαζε Γάλλους και Γερμανούς. Με γέμιζε βιβλία. Περπατούσε και μιλούσε δίχως τελειωμό. Δε μ' άφηνε ούτε βήμα. Μου έδινε κάθε μέρα 50 καπίκια. Για να γράφω χωρίς να πεινώ».

7.Πίνετε κακάο Βαν-Γκούτεν! – Γεγονός, από τις εφημερίδες της εποχής: Ένας μελλοθάνατος συμφώνησε να φωνάξει πριν τον εκτελέσουν αυτά τα λόγια, επειδή η φίρμα αυτή είχε υποσχεθεί μεγάλη αμοιβή στην οικογένεια του.

8.Σεβεριάνιν Ίγκορ – Ρώσος ποιητής (1887-1941) ιδρυτής του Εγώ-φουτουρισμού το 1911 με την έκδοση ενός μικρού φυλλαδίου με τίτλο «Πρόλογος» (Εγώ-φουτουρισμός).

9.Γκαλιφέ – Ο γάλλος στρατηγός που έπνιξε στο αίμα τους επαναστάτες της Κομμούνας του Παρισιού. 

10.Σαν τον Μαμάϊ έβαλε το πισινό – Στρατιωτικός αρχηγός της Χρυσής Ορδής των Ταταρο-Μογγόλων, που έκαναν καταστρεπτικές επιδρομές στη Ρωσία. Στην πραγματικότητα, κάθοντας στα σανίδια τοποθετημένα πάνω στα σόματα των νικημένων γλεντούσαν όχι ο Μαμάϊ, αλλά οι στρατηλάτες του Τσενγκίς Χαν μετά από τη μάχη στην πόλη Κάλκα το 1223.

11.Άζεφ (1869-1918) – Προβοκάτορας από τους καθοδηγητές του κόμματος των Εσέρων (Σοσιαλεπαναστατών). Το 1908 ξεσκεπάστηκε το πραγματικό του πρόσωπο σαν μυστικός πράκτορας της Οχράνας (μυστική αστυνομία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) και καταδικάστηκε σε θάνατο από την Κ.Ε του κόμματος αυτού, αλλά διέφυγε τότε το θάνατο. Πρόλαβε να παραδώσει στο θάνατο και στα κάτεργα εκατοντάδες αγωνιστές. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της προδοσίας και του χαφιεδισμού.

12.Τιανή – γυναικείο όνομα από το ποίημα του Ίγκορ Σεβεριάνιν

 

Το ποίημα του Οκτώβριου του 2014

Αλμπατρός

Συχνά οι ναύτες απ’ την πλήξη κάνουν τους βανδάλους,
Για την ανούσια διασκέδαση, πιάνουν πουλιά
Του Ωκεανού, τους αλμπατρός τους μεγάλους,
Που συνοδεύουν τα καράβια, από παλιά.

Ριγμένος στο κατάστρωμα, γύρω οι ναύτες αλαλάζοντες,
Ατιμασμένος βασιλιάς που τα Ύψη ανεμοδέρνει,
Τα γιγάντια λευκά φτερά κατεβάζοντας,
Σαν βαριά κουπιά από πίσω του σέρνει.

Πριν από λίγο τρυπούσε τον ουρανό με πάθος,
Και τώρα τόσο αδέξιος, παράλογος, γελοίος!
Ο ένας ναύτης φουμάρει καπνίλα στο ράμφος, 
Ο άλλος τον κοροϊδεύει κουτσαίνοντας ομοίως.

Έτσι κ’ εσύ Ποιητή, πετάς πάν’ απ’ την καταιγίδα,
Απρόσιτος για βέλη, στη μοίρα ενάντια,
Ενώ μες στα σφυρίγματα, στη γη να περπατάς,
Σε εμποδίζουν τα φτερά σου γιγάντια.

                                                            Σ. Μπωντλαιρ
                                                           Μετάφραση: Γ. Σοϊλεμεζίδη

 

Το ποίημα του Νοέμβριου του 2014

Η αληθινή ποίηση

Τούτη η ποίηση είναι εύγλωττη 
Πλούσια σε έννοιες και συλλογισµούς 
Δηµιουργεί πνευµατικό πεδίο 
Δραστηριοποιεί τις αισθήσεις 
Ξαστερώνει τους ορίζοντες 
Ευαισθητοποιεί το λόγο 
Πλαταίνει το µύθο 
Βαθαίνει τη σκέψη 
Ψηλώνει το νου. 

Τούτος ο λόγος 
Η Ποίηση.

                            Αντώνης Βαζιντάρης

Το ποίημα του Δεκέμβριου του 2014

Ιδιότροπα άλογα

                                       Στίχοι και συνθέτης : Β. Βισότσκι
Κατά μήκος του γκρεμού, ακριβώς πάνω στο χείλος
Με καμτσίκι τ’ άλογά μου μαστιγώνω, σαλαγάω…
Και αέρας δε μου φτάνει, κρύο άνεμο ρουφάω,
Νιώθω έξαρση ολέθρια, στην άβυσσο πατάω.

Ρεφρέν:
Λίγο πιο αγάλια άλογά μου, σας εκλιπαρώ,
Μη φοβάστε το καμτσίκι το σκληρό!
Μα, κάτι άλογα ιδιότροπα έχω εγώ,
Έτσι ούτε κουπλέ να τελειώσω μπορώ.

Απ’ το ρίσκο μεθώ,
Τ’ άλογά μου χτυπώ,
Και για λίγο ακόμη στο χείλος ορμώ


Χάνομαι σαν πούπουλο από της θύελλας το μένος, 
Και το έλκηθρο με κάσα θα πετάει, επικήδειο.
Συγκρατείστε την ορμή σας άλογα μου ταραγμένα,
Παρατείνετε τον δρόμο για στερνό μου καταφύγιο!

Ρεφρέν

Στο ραντεβού με τον Θεό που δεν συμβαίνει να αργήσεις,
Κ’ εδώ οι άγγελοι περί των στίχων μου τυρβάζουν;
Ή θα κλάψει η καμπάνα μες στου βάρδου παρεκκλήσι;
Ή θα σκούζω στ’ άλογά μου φτερωτά να μην καλπάζουν;

Ρεφρέν

                                               Μεταφραστής Γ. Σοϊλεμεζίδης

www.youtube.com/watch?v=wUxIZoTi2-g

Το ποίημα του Γενάρη του 2015

Μπαλάντα για μάχη

Δίπλα σε λιωμένα κεριά,
Με καμπουριασμένες ράχες, 
Με σώματα 
Γεμάτα εκδορές, 
Παιδιά του βιβλίου
Ποθούσαν για μάχες,
Και έπλητταν απ’ τις μικρές
Τους συμφορές.

Συνεχώς τα παιδιά δυσφορεί
Του σπιτιού η ζωή και η ηλικία,
Για το δίκαιο δερνόμασταν ως τιμωροί, 
Και η αρένα μας η συνοικία.
Στον κόσμο μας βυθούσαμε
Στήνοντας ομάδες,
Βιβλία καταβροχθούσαμαι
Μεθώντας από της αράδες.

Όνειρα τρελά 
Ζωής μεγάλης,
Η δίψα για απρόοπτο
Υπεράνω μας.
Τα κεφάλια μας ζάλιζε
Το άρωμα πάλης,
Από τις κίτρινες σελίδες
Ορμούσε πάνω μας.

Και προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε
Εμείς που δεν γνωρίσαμε πολέμους,
Γιατί το έλεος να αγνοήσουμε;
Και ποιος τους σπέρνει τους ανέμους;
Το μυστικό της λέξης «διαταγή»,
Της επιθέσεις το νόημα,
Του φόβου την πηγή,
Και των φωτοβολίδων το επινόημα.

Μες στα καζάνια που έβραζαν,
Των προηγούμενων μαχών,
Τόση τροφή 
Για τα μυαλά μας αντικρίζαμε.
Και στα παιχνίδια παιδικά
Στους ρόλους των δειλών και προδοτών,
Τους δικούς μας εχθρούς 
Διορίζαμε.

Και τα ίχνη των κακών
Να χαθούν δεν αφήναμε,
Των υποθέσεων καρδιακών
Την παραφορά εγκρίναμε.
Ηγούσαμε στρατιές και στόλους
Και τον λόγο μας φυλάγαμε,
Για τους ηρώων ρόλους
Τους εαυτούς μας προάγαμε.

Αλλά στις φαντασίες δε μπορείς
Εντελώς να φύγεις,
Μικρή ζωή έχουν οι διασκεδάσεις,
Τόση οδύνη γύρω!
Προσπάθησε τις παλάμες
Των νεκρών ν’ ανοίγεις,
Και το όπλο να πάρεις.
Σε διεγείρω!

Δοκίμασε αρπάζοντας 
Το δίκοπο σπαθί,
Την πανοπλία βάζοντας,
Και δείξε, τι αξίζεις, τι ποθείς!
Θα καταλάβεις αν είσαι δειλός
Ή της μοίρας ο εκλεκτός,
Τον εαυτό σου δοκίμασε,
Για μάχη αληθινή προετοίμασε.

Κι όταν δίπλα σου πέφτει
Λαβωμένος ο φίλος,
Και για πρώτο χαμό
Θα ουρλιάζεις θρηνώντας.
Και τον δρόμο θα χάσεις
Και στου κρημνού το χείλος,
Θα βρεθείς
Τριγυρνώντας.

Τον εαυτό σου μην αφήνεις λάσκα
Μπροστά στην σπείρα συμφερόντων,
Τα πρόσωπα τους μάσκα
Με χαμόγελο κυνοδόντων.
Το κακό και το ψέμα τους
Με μούρη άγρια!
Και πάντα πίσω τους 
Φέρετρα μακάβρια.

Αν τον δρόμο ανοίγοντας
Με σπαθί και μιλιά,
Τη σπουδαία πορεία
Συνεχίζεις… Εμπρός!
Αν κερδίζεις τη μάχη 
Με μια πινελιά,
Χρήσιμα βιβλία 
Διάβαζες μικρός.

Εάν σε έπιανε η μιζέρια
Και δεν έβλεπες ίχνη καλού,
Εάν με σταυρωμένα χέρια
Παρακολουθούσες αφ’ υψηλού.
Εάν στη μάχη δεν μπήκες,
Απ’ το κλουβί του σκλάβου δεν βγήκες,
Και το όπλο σου σκούριασε στις οπλοθήκες,
Τότε έμεινες ένα ανθρωπάκι
Που δεν γνώρισε νίκες!

                                                Β. Βισότσκι

                                  Μεταφραστής Γ. Σοϊλεμεζίδης

https://www.youtube.com/watch?v=6Fdg05yHhKk

 

Το ποίημα του Φλεβάρι του 2015

Ημέρα δίχως πεθαμό
  Ειρωνικοί στίχοι

                    Ι
Ξεπρόβαλε η νύχτα την αυγή
Και η Κυριακή εμφάνισε τη Δευτέρα,
Ανακοινώθηκε γιορτή πάνω στη Γη:
Χωρίς θανή ημέρα!
Την είσοδο στον Άδη φυλάνε τεθωρακισμένα, 
Οι χώροι παραδείσου κλειστοί με περιφράξεις
Δίχως τους όρους κι επιφυλάξεις.
Με Τον επάνω όλα συμφωνημένα.
Χαίρε, διασκέδασε λαέ!
Σήκωσε ποτήρια με κρασί σαμπανιζέ!
Κανένα δε θα τρώει το μαύρο χώμα!
Για μέρα ολάκερη θα υποχωρεί το σκοτάδι,
Θα συλλαμβάνουν το καρκίνο-ρημάδι, 
Θα κρατηθεί η ψυχή μέσα στο σώμα.
Ημέρα με αλαλαγμούς!
Ευνοϊκή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα:
Αν μακελειό, τότε δίχως πεθαμούς
Εκτέλεση, τότε με άσφαιρα.
Άφαντος ακόμη και ο θάνατος λευκός,
Ο μόλυβδος πετούσε ως νερού σταγόνα, 
Αέρια θανατηφόρα έγιναν δακρυγόνα,
Και το φαρμάκι γινότανε ροδόσταμο γλυκό.
Ακόμη και για το θρησκευτικό μου «εγώ»
Και το κομματικό μου «υπερεγώ»
Κανείς δε θα τραβάει μίσος φονικό,
Κανένας από το φανατισμό δε θα πεθαίνει
Και στην κρεμάλα δε θα ανεβαίνει
Αυτός που παλεύει για θρίαμβο ιδανικών.
Θα αναφλέγονται χίλια πυρά,
Μόνο χέρια θα ζεσταίνουν, δε θα καίνε κανένα.
Θα γίνονται καταστροφές, όλεθροι, συμφορά, 
Ενώ θύματα, ούτε ένα.
Και ξεκολλώντας από το τραπέζι,
Κανένας δε θα σκάσει από τη λαιμαργία,
Και μόνο σε σκηνοθεσιών τα σφαγεία
Ο ήρωας τον θάνατο θα παίζει.
Στα χόσπις, που με πόθο θέλουν να πεθαίνουν,
Αυτούς ανηλεώς θα ανασταίνουν,
Θα τους μαλάξει, θα τινάξει, θα αναμαλλιάσει
Μια ειδικοί ομάδα άσσων, 
Που ξέρουν τους νεκρούς να παρενοχλήσουν,
Για μια ημέρα τα απρόοπτα να καταργήσουν.
Ξεχάστε το μίσος, τη ζήλια ακρωτηριάστε, 
Φονιάδες, τη ζέση σας μετριάστε!
Δεκτός ο ξυλοδαρμός, μα όχι ο σκοτωμός!
Μπορείς να στραγγαλίζεις, μα όχι εντελώς.
Το άνοιγμα του παραθύρου μην πατάς φευγάτος,
Μην κλέβεις φως, κατέβα προς το παρόν,
Αφού έγινε η άρση των αιτιών
Για τις οποίες μπορείς να πηδήσεις κάτω.
Άνανδροι, λαγόκαρδοι, δειλοί,
Όλους θα σώσουμε απ’ της θηλιάς τη θανή
Και με της κόλασης την εντολή
Θα μπήξουμε ξανά στο σώμα την ψυχή.
Και κατ’ απ’ τα τσεκούρια των δημίων
Κεφάλι δε θα πέσει του πλησίον.
Δεν έχουν σήμερα οι ουρανοί υποδοχή.

                    ΙΙ
Με την αυγή ήρθε η χαρμονή, 
Σαν αποτήφλωση με κρότο.
«Σταμάτα χρόνε!» υψωνόταν η φωνή, 
Που ήταν της ημέρας το μότο.
Απ’ τα ουράνια έρεε το φως βαθμηδόν,
Οι χορωδίες των αγγέλων έψαλαν πολλάκις
Και σύντομα αποθρασύνθηκε ο κοσμάκης:
Καν’ ότι θέλεις, ο θάνατος απών!
Κάποιος έπινε, μέχρι που έμενε γυμνός,
Αλλά ο άτιμος έμενε ζωντανός. 
Ο άλλος έπεφτε στο κενό από υποκρισία,
Τον τρίτον έπνιγε ο πλησίον, 
Αφού εκείνος όρμισε εναντίων,
Και πάει σύννεφο η ατιμωρησία.
Εκείνος που ποτέ δε έχασε την υπομονή,
Που ούτε σκέφτηκε ποτέ: «μπουλμπέρι και στάχτη», 
Άρχισε να ψηλώνει τη φωνή,
Σαν παλούκια του φράχτη.
Από το καλντερίμι βιαστικός αφαιρούσε
Και έριχνε τον λίθον του αναθέματος,
Ενώ πριν ήταν ευγενικός σαν γαλαζοαίματος
Και το κακό και την βία περιφρονούσε.
Κανένας και για τίποτα δεν μετανοούσε.
Εκείνος που νωρίτερα θεωρούσε
Το θάνατο ως όλεθρο και συντριβή, 
Εκείνος χτυπούσε δια μιας, 
Αλλά διόλου δεν ένιωθε φονιάς
Και σιγοτραγουδούσε με απολαβή.
Η επιστήμη γέμισε καιροσκόπους
Και ο γιατρός ζευγάρωνε το ασυμφιλίωτο,
Δοκίμαζε τα δηλητήρια πάνω σ’ ανθρώπους, 
Και μάλιστα χωρίς αντίδοτο!
Κάποιοι οργάνωσαν πογκρόμ, 
Με θύματα οι ξενόφερτοι:
Μικροί και μεγάλοι αιμόφυρτοι,
Μα ζωντανοί προς το παρόν.
Αυτούς που το ποτάμι ήθελε για κοιμητήρι, 
Έδιωχναν με τανκς απ’ το γεφύρι.
Αυτόχειρες έβγαζαν απ’ τις θηλιές-γραβάτες,
Η τύχη… έφυγε απ’ τον τροχό!
Η καλοπέραση βρήκε τον φτωχό!
Επέτυχαν και γλεντούσαν οι πρωτεργάτες.
Μα ξαφνικά ήρθε μια είδηση,
Την ανακοίνωσε όχι όποιος κι όποιος, 
Αλλά αυτός που είχε του γλεντιού την οδήγηση:
Πως κάπου πέθανε κάποιος.
Σε μια απόμακρη της γης γωνιά
Όπου κοιμούνται τα πάθη και τα στοιχεία,
Και οι λεβέντες απ’ την εντατική θεομαχία, 
Δεν κατάφεραν να φτάσουν σ’ αυτήν τη φωλιά.
Ποιος τόλμησε και παραβίασε τον νόμο;!
Και πώς μπήκε στον δρόμο τον ανθρωποκτόνο;
Εκείνος άξιζε τιμωρία αυστηρή.
Πρώτα, απ’ το φιλί έγινε τρελός,
Μετά απ’ την αγάπη πέθανε αυτός
Κατά την απογείωση για νότα υψηλή.

1978 (2015)

                                                  Β. Βισότσκι

                                  Μεταφραστής Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Ιανουάριου του 2016

Ούητμεν

…Και το παιδί ερώτησε: τι είναι το χορτάρι;
μεγάλος ή μωρό, ψάρι ή λιθάρι;
Και του απάντησα: είμαστε περιεχόμενα των ακινήτων
ενώ οι ψυχές μας: μες στα ταχόμετρα των αυτοκινήτων,
και τα κορμιά μας δεν έχουν πάρει χαμπάρι
μα πώς να ξέρω: τι είναι το χορτάρι;

…Λένε πως μια φορά, δεν ξέρω ποτέ
θα φρενιάζει το νερό με την πόλη, οπότε
θα εμφανιστούν γυναίκες με χρώμα νερού,
θα μας τραβάνε με τη δύναμη του χαμόγελου γλυκερού,
Και τότε όλοι: νέοι, μεσήλικοι, γέροι,
στις κρύες αγκαλιές του ποταμιού θα μπούμε χέρι χέρι.

Χάνοντας τις τελευταίες δυνάμεις, σιωπηλοί,
μέχρι τη μέση βυθίζοντας στη μαύρη ιλύ,
θα σιγοπερπατήσουμε ημέρα-νύχτα, χρόνια,
ως που χαθούν μακριά και μέσα μας τα καταχθόνια
στον τόπο όπου ούτε πόλεμοι, αρρώστιες, ούτε πληγές
στον τόπο όπου αναβλύζουν της αγάπης οι πηγές.

θα φτάσουμε μ’ εξαντλημένη αντοχή
και θα γινόμαστε νερό, και θα γινόμαστε βροχή,
πέφτοντας στο λιβάδι, κατ’ απ’ τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
και τελικά θα καταλάβουμε, τι είναι το χορτάρι.

Α. Σπάρμπερ                                
Μεταφραστής Γ. Σοϊλεμεζίδης

 

Το ποίημα του Μάρτη 2016

Πόλεμος

Υποδεχόμαστε τον Εικοστό Πρώτο αιώνα με σφάλμα που ατιμάζει την ανθρώπινη φυλή,
ανατρέπει της αξίες και προκαλεί τεράστια ηθική κρίση.

Διαπράττουν το πιο μεγάλο έγκλημα και προξενούν την πιο αφύσικη και μαύρη συμφορά:
οι γονείς να θάβουν τα παιδιά τους.

Ο μεγάλος αριθμός των συναυτουργών δεν κουκουλώνει την πράξη των εγκληματιών,
αντίθετα, το δίκαιο του ισχυρότερου είναι αρχή των ξεπερασμένων ετών.

Με λύσσα γαβγίζει η Αντιπάθεια μεταξύ των αρχομανών,
    βοώντος εν τη ερήμω η φωνή των λαών.

Οσφραίνονται με μανία τα γεράκια του μπαρουτιού τη μυρωδιά,
    μυρίζεται ο καταπονημένος κόσμος του θανάτου και της οδύνης τα κεριά.

Με σιγουριά λειτουργούν τα γρανάζια της κρεατομηχανής,
    αβέβαιο το μέλλον της ημέρας της αυριανής.

Καταστρέφονται οι γέφυρες μεταξύ των λαών,
    υψώνονται τα χάσματα μεταξύ των Ναών.

Ανθίζουν τα πύρινα λουλούδια των βομβών,
    μαραίνονται τα άνθη των ανθρώπινων ψυχών.

Πέφτουν τα δάκρυα στην καμένη γη,
    φυτρώνουν της εκδίκησης και του κακού οι στρατηγοί.

Γ. Σοϊλεμεζίδης

Θεσσαλονίκη
11. 04. 1999

 

Το ποίημα του Μάη 2016

Ευχαριστώ

Πατέρα! μου έδωσες ζωή
αυτό το ανεκτίμητο «υπάρχω»,
τα μάτια της ψυχής την ακοή,
την ικανότητα να πάσχω.
Ευχαριστώ! από τα βάθη της καρδιάς
για το στιχουργικό γονίδιο,
που μ' έσπρωξε στην άβυσσο της ομορφιάς,
της μοίρας μου ν' ακούω το λόγο τον αιφνίδιο.

Χριστέ μου! μου έδωσες το νόμο πώς να ζω,
σε πίστεψα και το κατάπια σαν θαυματουργό χάπι
και τη σκληρή διαβίωση τη δέχτηκα σαν αγαθό,
αφού παιδεύοντάς μας, δείχνεις την αγάπη.
Συγχώρα με! Πατέρα επουράνιε,
που δεν εκπλήρωσα την ένθερμη ευχή:
τους ύπουλους εχθρούς να ευλογήσω 
και για τους διώκτες μου να κάνω προσευχή.

Σωκράτη! μου έδωσες το παν στη γη
και δίδαξες ανεπανάληπτα μαθήματα θανάτου,
ανοίγοντας ευρύ ορίζοντα για τη ζωή
μου χάρισες στιγμές σοφία σου γεμάτες.
Πιστεύω αταλάντευτα πως έσωσες τη γη,
όχι, όπως ο περιβόητος ο Σούπερμαν,
αλλά με γνώσεων αστείρευτη πηγή
που έφερες για τους ανθρώπους απ' το σύμπαν.
 

Σοϊλεμεζίδης Γεώργιος
Ιανουάριος 1998

 

Το ποίημα του Αυγούστου 2016

Ένα τετράστιχο  του Ίγκορ Γκουμπερμάν

Творец готовит нам показ
большой смешной беды:
Европа встанет на намаз
и обнажит зады.

Июль 2016

Και η απόδοσή του στα Ελληνικά

Ο Πλάστης μας, μας ετοιμάζει ρεπορτάζ
με συμφορές και τραγελαφικά δεινά:
Με Ευρώπη να τουρλώνει για namaz,
ξεγυμνώνοντας τα πισινά.

Ιούλιος 2016

 

Το ποίημα του Μάρτη 2017

Πόσο θα ήθελα…

Πόσο θα ήθελα να πλησιάσω…
Μα τόση φοβία να αγγίξω…
Αν όμως τη ζωή μου θα εκτινάσσω…
Και στα ερείπια θα καταλήξω;

Αν όμως δε μου βγει τελικά
Να σπάω κέφι ελαφρύ προσωρινά…
Και η καρδιά θα θέλει ξαφνικά
Να αγαπήσει αληθινά;

Κι αν απρόοπτα θα γίνεις ήλιος μου,
Για να μπορώ να ζεσταθώ στην αγκαλιά σου…
Ενώ εσύ θα κουρνιάζεις
Στη διάπλατα ανοιχτή καρδιά μου;

Κι αν απρόοπτα θα κουλουριάσω
Στην ψυχή σου για πάντα…
Και σε περιτυλίξω σαν μωρό
Με φροντίδες-γιρλάντα;

Κι αν δεν θα επιθυμώ
Μ’ εσένα να χωρίσω;
Κι αν τις δυνάμεις μου υπερτιμώ
Και δεν μπορώ να κάνω πίσω;

Και τότε τι; Να σφαδάσω…
Και στο κενό να πηδήξω;
Τόσο θα ήθελα να πλησιάσω…
Μα τόση φοβία να αγγίξω…

Νάρι Μπερισβίλι
Μετάφραση Γ. Σοϊλεμεζίδης
? (2016)